Το 1976 ο Μάνος Χατζιδάκις κυκλοφόρησε, σε ποίηση του Νίκου Γκάτσου, έναν εξαιρετικό δίσκο που λεγόταν Αθανασία. Τα λόγια περιττεύουν για την αρτιότητα και τη διάχυτη ευωδιά της μουσικής τού Μάνου, άρρηκτα ενωμένη με τον λυρισμό του Γκάτσου! Μέσα σε αυτά τα διαμάντια τους ξεχώριζε και Ο ΓΙΑΝΝΗΣ Ο ΦΟΝΙΑΣ.

Από όταν πρωτακούσαμε αυτό το εκπληκτικό τραγούδι είχαμε κι εμείς προσπαθήσει να μαντέψουμε την ιστορία του. Πιστεύαμε ότι δεν μπορεί απλώς να ήταν μια μυθοπλασία του Νίκου Γκάτσου. Κάτι σίγουρα κρυβόταν από πίσω. Τι να είχε γίνει, αλήθεια; Τι ήταν αυτό που είχε κάνει τον κορυφαίο μας ποιητή να γράψει ένα τόσο συγκινητικό ποίημα, στήνοντας μια μικρή σκηνή αρχαίας τραγωδίας, όντας περιβεβλημένο με μυστήριο αλλά και με ένα στεφάνι πάνω από τον ίδιο τον φονιά;

Ο μέγας Χατζιδάκις, όπως ήταν φυσικό, πήρε τους στίχους του συνοδοιπόρου του και το έκανε ένα από τα καλύτερα χασάπικα. Με τη διδαχή του, η συγκλονιστική φωνή του Μανόλη Μητσιά αγκαλιάζει τον στίχο και την υπέροχη μουσική αινιγματικά, τρυφερά και με περίσσια δύναμη. Μια αράχνη που δηλητηριάζει τη σκηνή –εδώ τη σάλα–  με κάτι γλυκόπικρο. Μουσική και στίχος που δονούν, που μας γεμίζουν εικόνες, ανατριχιάζουν και συναρπάζουν. Μια συνωμοσία φωνής και οργάνων για ένα βαρύ φονικό. Το δέος στο μεγαλείο του!

Οι εκδοχές που ακούγονται για το πώς εμπνεύσθηκε ο Γκάτσος είναι τρεις:

Η πρώτη τοποθετεί το γεγονός  σε ένα χωριό της Αιτωλοακαρνανίας το 1950,  λίγο καιρό έπειτα από μία  από τις μελανότερες  σελίδες της ιστορίας μας, τον καταστρεπτικό  ελληνικό εμφύλιο: ο Γιάννης, ένα αγόρι 15 χρόνων, σκότωσε τη μάνα του και τον εραστή της.
Η δεύτερη εκδοχή, την οποία είχε διηγηθεί ο Γιουργομέγγουλης, επιστήθιος φίλος του Μάνου Λοΐζου, υποστηρίζει ότι ο Γκάτσος του είχε εκμυστηρευθεί ότι ο Γιάννης ο φονιάς δεν είχε σκοτώσει κανέναν. Ο αδελφός τού Γιάννη, πατέρας τεσσάρων παιδιών, σκότωσε για λόγους τιμής έναν συγχωριανό του και ο Γιάννης, που ήταν αρραβωνιασμένος με το Φροσί, ανέλαβε τον φόνο ο ίδιος για να μην ορφανέψει η οικογένεια του αδελφού του και να τύχουν  φροντίδας οι γονείς του.

Τα τελευταία χρόνια μάθαμε και μία τρίτη, η οποία μάλιστα υιοθετήθηκε ως η μόνη και πραγματική. Ότι δηλαδή ο παραγωγός της ΕΡΑ Γιώργος Μητρόπουλος, που δούλευε στου ΦΛΟΚΑ  της Πανεπιστημίου ενόσω σπούδαζε στη Νομική, διηγήθηκε στον μεγάλο ποιητή μας Νίκο Γκάτσο, το φθινόπωρο του 1974, ένα έγκλημα τιμής που είχε γίνει το 1960 στο χωριό του, στην Ηλεία.


Ο πραγματικός φονιάς δεν λεγόταν βέβαια Γιάννης, ήταν όμως ένας μουσικός που έπαιζε βιολί στα πανηγύρια. Είχε παντρευτεί από έρωτα και είχε αποκτήσει έξι αγόρια κι ένα κορίτσι, το Φροσί. Εκείνο τον χρόνο ανακάλυψε ότι ο καλύτερός του φίλος, που ήταν βιολιστής και συνεργάτης του, είχε συνάψει σχέσεις με τη γυναίκα του. Έτυχε να βρει στα πράγματα της γυναίκας του ερωτικές επιστολές. «Τον αγαπώ και θα τον κάνω άντρα μου», του είπε εκείνη κι εκείνος τη σκότωσε με ένα τραπεζομάχαιρο, μπροστά στα έξι αγόρια του. Όταν έγινε η δίκη, το δικαστήριο, δεχόμενο ότι ο δράστης βρισκόταν εν βρασμώ ψυχής όταν διέπραξε το έγκλημα, τον αθώωσε. Ο συζυγοκτόνος φαίνεται ότι είχε συγγενική σχέση με τον Μητρόπουλο ο οποίος διηγείται επί λέξει: «Ο…  Γιάννης ήταν ο μικρός αδελφός του παππού μου και μετά την αθώωση τον υποδέχτηκαν στη σάλα του πατρικού μου μαζί με τα παιδιά του όλοι οι συγγενείς· ήρθε και το 16χρονο Φροσί, η κόρη του, από την Αθήνα, και την ίδια μέρα έφυγε ξανά για την πρωτεύουσα, όπου εργαζόταν». Το Φροσί, συγκλονισμένο από τον χαμό της μάνας του, που της είχε αδυναμία, αυτοκτόνησε στα 18 του.


Ο Γ. Μητρόπουλος σχολιάζει ότι για τους Πελοποννήσιους η σάλα του σπιτιού είναι ο ανοιχτός χώρος κάθε οικογένειας. Εκεί η κοινότητα μοιράζεται τις χαρές και τις λύπες της. «Ο Γκάτσος γνωρίζει αυτή τη διάσταση της σάλας από τα γεννοφάσκια του. Στην αποστροφή του λόγου του –μονάχα το Φροσί, με δάκρυ θαλασσί στα μάτια τα μεγάλα ,του φίλησε βουβά τα χέρια τ’ ακριβά και βγήκε από τη σάλα– δεν υπάρχει άλλη ερμηνεία: όποιος “βγαίνει” από τη σάλα αφήνει διά παντός πίσω του τον κόσμο – και η λογική συνέπεια “κι ο Γιάννης ο φονιάς στην άκρη της γωνιάς με του καημού τ’ αγκάθι, θυμήθηκε ξανά φεγγάρια μακρινά και τ’ όνειρο που εχάθη”».

 Ας μας επιτραπεί ωστόσο να σχολιάσουμε αυτή την εκδοχή, μην καταλαβαίνοντας την ερμηνεία που της δίνεται. Εδώ, ενώ αφορά ένα έγκλημα απόλυτα ειδεχθές κατά τα λεγόμενα, γιατί το Φροσί να φιλήσει βουβά τα χέρια τα ακριβά του πατέρα της και να βγει από τη σάλα, όπως λέει τόσο γλαφυρά ο ποιητής; Έτσι φαίνεται ότι με τον τρόπο της εγκρίνει αυτόν τον φόνο, οπότε γιατί αυτοκτονεί περιέργως δύο χρόνια μετά; Και ο Γιάννης ο φονιάς, με του καημού το αγκάθι, γιατί θυμήθηκε ξανά φεγγάρια μακρινά και το όνειρο που εχάθη; Άραγε ποιο όνειρο είχε και το έχασε;

Τέλος πάντων, όποια κι αν είναι η αλήθεια, ο Γκάτσος δεν μας τη φανέρωσε, ούτε ο Χατζιδάκις. Εικασίες μπορούμε να κάνουμε πολλές. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι έχουμε κληρονομήσει ένα αριστούργημα από δύο ογκόλιθους που δεν είναι πια στη ζωή κι εμείς ερημώνουμε, φτωχοί και νοσταλγοί εποχών που έφυγαν ανεπιστρεπτί και γέννησαν ευάριθμους τέτοιους αποστόλους! Φευ!

ΜΑΡΙΝΑ ΑΘ. ΜΑΡΑΓΚΟΥ

Πρώτα η θαυμάσια ερμηνεία του Μανόλη Μητσιά και μετά η αισθαντική του Βασίλη Λέκκα

Ο Γιάννης ο φονιάς, παιδί μιας Πατρινιάς
κι ενός Μεσολογγίτη
Προχτές την Κυριακή μετά απ’ τη φυλακή
επέρασ’ απ’ το σπίτι

Του βγάλαμε γλυκό, του βγάλαμε και μέντα
μα για το φονικό δεν είπαμε κουβέντα

Μονάχα το Φροσί με δάκρυ θαλασσί
στα μάτια τα μεγάλα
Τού φίλησε βουβά τα χέρια τ’ ακριβά
και βγήκε από τη σάλα

Δεν μπόρεσε κανείς τον πόνο της ν’ αντέξει
Κι ούτε ένας συγγενής να πει δεν βρήκε λέξη

Κι ο Γιάννης ο φονιάς στην άκρη της γωνιάς
με του καημού τ’ αγκάθι
Θυμήθηκε ξανά φεγγάρια μακρινά και τ’ όνειρο που εχάθη

 Ο παρακάτω σύνδεσμος αντιστοιχεί στο αρχικό άρθρο της συγγραφέως, όπου μπορείτε να ακούσετε και την εκτέλεση του τργουδιού

από το Μανώλη Μητσιά.

 https://videosmusicview.blogspot.com/2024/02/blog-post.html#more


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.