Τρία ποιήματα Ελένης Καλλίστου

....................................................................................................................................................                        

1.Ομορφιά.
Για να μην αδειάζουν τα φεγγάρια
Για να σταματήσει η αιμορραγία στα σύνορα του κόσμου.
Ομορφιά
Νότες από πεσμένα αστέρια
Για να χορέψει ο χωλός χορευτής πάνω στην άμμο
Για να καλπάζουν άτια χρυσά κι αθάνατα.

Ομορφιά
Για να μαζέψουν τα χέρια των παιδιών δύο αγριολούλουδα.
Ομορφιά
Γιατί οι λέξεις έχουν συλλαβές που πονάνε.

Ομορφιά
Πριν το βλέμμα μας σπάσει σαν καθρέφτης.
Ομορφιά
Δύο χέρια υψωμένα που ικετεύουν να κρατηθεί ενός λεπτού σιγή
Για να δοθεί ένα φιλί
Για να ακουστεί ένα κλάμα.


Ομορφιά στον κόρφο του κόσμου
Που αποκοιμιέται…

.

Βρυξέλλες 20-3-2018

…………………………

 

2. Έχει απομείνει. 
Μια χρυσή σταγόνα φωτός
Ένα λευκό κοχύλι στα βράχια 
Και ένα κατακόκκινο λουλούδι 
Απόδειξη πως αξίζει ακόμη να ζω.

Καλίστου-ΤΡΙΑΝΤΑΦ.

 

 

 

 

 

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

Βρυξέλλες, 1η Μάη 2018

Καλό μήνα !!

Il reste 
Une goutte dorée de lumière 
Un coquillage blanc sur les rochers 
Et une fleur pourpre 
Preuve que ça vaut la peine que je vive encore.

………………………………….

 

3. Κολασμένη

Χάθηκε 
Σε μια σταγόνα βροχής 
Όλη η υγρασία του κόσμου

Κύλισε 

Σε μια σταγόνα δάκρυ 
Όλος ο πόνος του κόσμου

Σιώπησε 
Σ'ένα φιλί
Όλη η φωνή μου
Την κατάπιε το στόμα σου
Ολόκληρο 
Ολόκληρη

Κολασμένη
πρόλαβα να γράψω και σήμερα...

Για να αντηχεί 
Σε μια σταγόνα μελάνι 
Όλη η κραυγή του κόσμου...

Σε μια λέξη...
"Αγάπη"

Βρυξέλλες, 8-5-2018

 

(χιμ)


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.