Κολοκοτρώνης Θεόδωρος (ο αποκαλούµενος «φαλέζ»)

Πηγή:Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ/ Φυσιογνωμίες και Λαϊκοί Τύποι της Παλιάς Αθήνας - Υπό ΚΑΡΟΛΟΥ ΜΩΡΑΪΤΗ

ταν γιος του πρωθυπουργού Γενναίου Κολοκοτρώνη(1και  εγγονός του αρχιστράτηγου της Πελοποννήσου. Σπούδασε στη Σχολή των Ευελπίδων και αργότερα στην Πολεµική Σχολή των Παρισίων. Είχε όλα τα προσόντα για να ανέλθει στα ανώτερα αξιώµατα του στρατού.Όµως κατά το 1867 αποστρατεύτηκε µε το βαθµό του ταγµατάρχη, για να έχει πλήρη την ανεξαρτησία των δηµοκρατικών του ιδεών.
Φιλάνθρωπος και φιλόσοφος καθώς ήταν
, δεν ανεχόταν τη στρατιωτική πειθαρχία, συµµετείχε δε στην οκτωβριανή επανάσταση του 1862.

Όταν αποσύρθηκε από το στράτευµα φόρεσε έναν φιλοσοφικό τρίβωνα(2)και αρχικά εγκαταστάθηκε στο καφενείο της «Ώραίας Έλλάδος »(3). Αργότερα έγινε θαµώνας στο επί της πλατείας Συντάγµατος καφενείο του Γιαννόπουλου(4)κοντά στο οποίον κατοικούσε.
Όλη την ηµέρα
, µέχρι τα µεσάνυχτα, καθόταν σε µια γωνιά καπνίζοντας το ναργιλέ του µέσα σε κύκλο συνοµιλητών. Κοντός το ανάστηµα, µε πρόσωπο που κατέληγε σε κατάλευκο γένι, έµοιαζε µε βυζαντινή αγιογραφία ταν η προσωποποίηση της αγαθότητας. Γελούσε συνεχώς, αποδεχόταν τα πάντα µε φιλοσοφική απάθεια και εξέφραζε τις σκέψεις του µε ηρεµία, αφού προηγουµένως τιςδιάνθιζε µε αρχαία γνωµικά και σύγχρονες παροιµιες.

Δεν ήταν όµως µόνο διαλεκτικός. Κάθε πρωί έκανε την εµφάνισή του από τις στήλες της «Νέας Έφηµερίδος»(5) δηµοσιεύοντας µια συµβουλή µε τίτλο «Τιτζπίτζ, ήγουντα ψίχουλα», την οποίαν υπέγραφε µε το ψευδώνυµο «Φαλέζ». Μέσα από τις συµβουλές αυτές τις οποίες εµπνεόταν από τα καθηµερινά γεγονότα, δασκάλευε το κοινό και στο τέλος κάθε παραινέσεως παρέθετε ένα αρχαίο γνωµικό, ένα ρητό του Ευαγγελίου, κανένα δηµοτικό δίστιχο ή καµµιά παροιµία, από εκείνες που έλεγε  ο παππούς του για να φρονηµατίσει τους συµπολεµιστές του.

Εκτός από τις άλλες του αρετές, έτρεφε µεγάλη στοργή προς τα ζώα. Δε χωρούσε ο νους του την ιδέα πως υπήρχαν άνθρωποι τόσο άστοργοι ,ώστε να τα φονεύσουν. Κάποτε οι εφηµερίδες έγραψαν ότι στο Λαύριο ένας κυνηγός σκότωσε ένα λελέκι, το δε άλλο που ήταν µαζί πέθανε λίγο αργότερα εξ αιτίας της στερήσεως του συντρόφου του.
Την εποµένη ο «Φαλέζ» βγήκε στη «Νέα 'Εφηµερίδα» και αφού περιέγραψε τη συζυγική αγάπη µεταξύ των πτηνών αυτών και την εις θάνατον καταδίκη του αρχαίου εκείνου Αθηναίου δικαστή, ο οποίος έπνιξε ένα σπουργιτάκι που είχε καταφύγει στην αγκαλιά του, για να αποφύγει την καταδίωξη του γύπα, παρέθεσε το ακόλουθο τετράστιχο:

Δύο λελέκια είµαστε τα δυο ζευγαρωµέvα

Κ' έπέρασε εvας κυvηγός και σκότωσε το έva.
Φωτιά να σ’ εύρη
κυvηγέ, που σκότωσες το έva

Και δεν µας σκότωvες τα δυό vα πάµε άvταµωµέvα.

Την άλλη µέρα όµως στην «'Εφηµερίδα » (6) του Κοροµηλά, κάποιος, θέλοντας να πειράξει τον «Φαλέζ», ανήγγειλε ότι εκείνη ακριβώς την ηµέρα συνέβη άλλο σηµαντικό επεισόδιο.
Είχε
, έλεγε, δυο λελέκια και κάποιος κλέφτης µπήκε στο σπίτι του και του άρπαξε το ένα. 'Εµεινε όµως καθυποχρεωµένος από τη συµπεριφορά του λωποδύτη, ο οποίος κατά την ρήση του Ευαγγελίου του άφησε το άλλο. Κατέληγε δε το κείµενο µε τους ακόλουθους στίχους:

Δύο λελέκια ήταvε στον τοίχο κρεµασµέvα
Και
εvας κλέφτης πέρασε και έκλεψε το ένα..

    Ευχαριστώ σε, κλέφταρε, που µούκλεψες το ενα.
    Και δεν µου έκλεψες τα δυο να µείνω  µε κανένα.

Αλλά την άλλη µέρα ο «Φαλέζ» επανήλθε δηµοσιεύοντας άλλο τετράστιχο :

'Ένας ζευζέκης εΙχε δυό λελέκια κρεµασµένα

Και κάποιος κλέφτης πέρασε και τούκλεψε το ενα.
Άνάθεµά
σε, κλέφταρε, πούκλεψες το λελέκι

Ενώ θα έκανες καλά να δείρης το ζευζέκη.

Με τους ιλαρούς αυτούς στίχους λοιπόν διεξάγονταν οι δηµοσιογραφικοί αγώνες του «Φαλέζ», οοποίος πριν τους δηµοσιεύσει τους διάβαζε στον φιλοσοφικό εκείνο κύκλο του καφενείου.
Πολλές φορές καπνίζοντας το ν
αργιλέ του ξεχνιόταν εκεί και τότε η κυρία Κολοκοτρώνη πήγαινε και τον αποσπούσε από την ρέµβη του.

Η γωνιά εκείνη του καφενείου, στην οποία σύχναζε, έµεινε ιστορική στα αθηναϊκά χρονικά. Εκεί συζητούσαν τα πολιτικά πράγµατα της ηµέρας, τα φιλολογικά και τα κοινωνικά ζητήµατα, διανθιζόµενα από διάφορα ανέκδοτα. Από καιρού εις καιρόν ο «Φαλέζ» εξέδιδε φυλλάδια, τα οποία διένεµε, µαζί µε την κουταλιά του γλυκού, σε όσους τον επισκέπτονταν κατά την ηµέρα της ονοµαστικής του εορτής.να απ' αυτά είναι και τα «Κουλουβάχατα», λέξη αραβική, η οποία σηµαίνει ανακάτευµα, µπέρδεµα, σύγχυσηή κάτι άλλο παρόµοιο. Σ' αυτό έκρινε την επελθούσα κοινωνική µεταβολή και την αλόγιστη πολιτική, οι δε κρίσεις του εµπλουτίζονταν µε διάφορα ανέκδοτα. Κυρίως όµως στις καθηµερινές συµβουλές του καθρεφτιζόταν η ίδια του η ψυχή. Πάντοτε είχε κάτι φρόνιµο να πει, κάποιον αδικούµενο να υπερασπίσει, κάποιαν αυθαιρεσία να στιγµατίσει , αφού δε έγραφε τη συµβουλή του, έτρεχε στο καφενείo να ευχηθεί στους συντρόφους του «αγαθήν ήµέραν» και να διαβάσει σ' αυτούς εκείνο που είχε γράψει.

Χωρϊξ να αποσπάται από το καφενείο , πολιτευόταν εν τούτοις στη Γορτυνϊα. Έθετε υποψηφιότητα σε κάθε εκλογή, δε διόριζε όµως αντιπροσώπους, ούτε δηµοσίευσε προγράµµατα. Περιοριζόταν απλώς να στέλνει στους εκλογείς του από έναν «σουγιάν κολοκοτρωνέϊκον ». Φυσικά  αποτύγχανε πάντοτε, αλλά δε δυσφορούσε , Την εποµένη κάθε αποτυχίας του δηµοσίευε συµβουλευτική επιστολή προς τους ουµπολίτες του καταλήγοντας µε τη φράση «Τών φρονίμων ολίγα ». Αλλά οι συνετοί της Γορτυνιας  εξέλεγαν οποιονδήποτε άλλον εκτός από
αυτόν, µε αποτέλεσµα και αυτό ακόµη το ένδοξο όνοµά του να το έχει καλύψει µε το Ψευδώνυµο «Φαλέζ».

Ξαφνικά, σταµάτησε να πηγαίνει στην προσφιλή εκείνη γωνιά του καφενείου. Μια φοβερή αρρώστια του είχε αφαιρέσει τις διανοητικές του δυνάµεις, µε αποτέλεσµα να µην έχει µείνει τίποτα από όσες τον διέκριναν την περίοδο της ακµής του.
Ενέπνεε θλίψη. Ο «Φαλέζ» είχε πεθάνει πλέον και όταν επήλθε ο φυσικός θάνατος (7), όλη η Αθήνα τον οδήγησε στον τάφο, όπου αναπαύτηκε κοντά στο στρατάρχη της Πελοποννήσου και τον πατέρα του.

Σηµειώσεις

1. Δευτερότοκος γιος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη (1805-1868). Το πραγµατικό του όνοµα ήταν Ιωάννης. Επονοµάστηκε Γενναίος για την ανδρεία που έδειξε κατά την Επανάσταση. Ακολούθησε τον πατέρα του, τόσο στη διάρκεια του Αγώνα, όσο και µετά τη δολοφονία του Καποδίστρια. Υπηρέτησε πιστά τον Όθωνα, διορίστηκε υπασπιστής του, προήχθη σε υποστράτηγο, αργότερα διετέλεσε γερουσίαστής και στις 27 Μαϊου του 1862 έγινε πρωθυπουργός. Κατά την επελθούσα οκτωβριανή επανάσταση, η κυβέρνησή του ανατράπηκε και ο ίδιος κατέφυγε στο εξωτερικό. 'Εγραψε «'Αποµνηµονεύµατα» και «Ίστορικά  'Υποµνήµατα».

2. Παλιό και τριµµένο ύφασµα , που φορούσαν κατά την αρχαιότητα οι φιλόσοφοι, ιδίως ο Σωκράτης και οι κυνικοί, οι Σπαρτιάτες και οι πρώτοι µοναχοί.

3. Ιστορικό καφενείο των Αθηνών, που ιδρύθηκε στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα και διατηρήθηκε επί 40 χρόνια (µέχρι το 1880). Βρισκόταν στη διασταύρωση των οδών Αιόλου και Ερµού. 

    Στο καφενείο αυτό δηµιουργήθηκε το πρώτο σφαιριστήριο.

4.      Βρισκόταν στη συµβολή των οδών Σταδίου και Μουσών (σηµερινή Καραγιώργη Σερβιας), στο ισόγειο της οικίας Γιαννόπουλου. Ήταν ένα από τα πολυτελέστερα της εποχής εκείνης. Αργότερα στεγάστηκαν εκεί, για ένα διάστηµα, το καφενείο του «Ζαχαράτου», το βιβλιοπωλείο του «Ελευθερουδάκη» και το ζαχαροπλαστείο του «Καπερώνη». Σ' αυτό σύχναζαν ο Αχιλλέας Παράσχος, ο Εµµανουήλ Ροϊδης , ο Κωστής Παλαµάς, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Γεώργιος Σουρής, ο Γεώργιος Δροσίνης και άλλες δεσπόζουσες µορφές της λογοτεχνίας µας.

5.      Καθηµερινό φύλλο, το οποίον εξέδωσε ο Ιωάννης Καµπούρογλου το 1882, µετά την αποµάκρυνσή του από την «'Εφηµερίδα» του Δηµητρίου Κοροµηλά. Η έκδοσή του ανεστάλη το 1897.

6.  Ηµερήσια εφηµερϊδα, η οποία εκδιδόταν στην Αθήνα από τον Δηµήτριο Κοροµηλά. Το πρώτο φύλλο κυκλοφόρησε το 1873. Το 1888 ο Κοροµηλάς την παραχώρησε στον Αριστείδη Ρούκη. Το 1901 η έκδοσή της διακόπηκε για να επαναληφθεί το 1912 από τον Γεώργιο 

Κοροµηλά. Λίγο αργότερα έκλεισε οριστικά.

7.    Το 1894. Είχε γεννηθεί το 1829.


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Το 1952 εκδηλώθηκε επιδημία τύφου στο χωριό. Οι υγειονομικές αρχές τότε θεώρησαν σαν αιτία της μόλυνσης τις κορύτες στις βρύσες και στα πλαίσια των έργων εξυγίανσης αντικατέστησαν τις καλαίσθητες πέτρινες πελεκητές κορύτες με ακαλαίσθητους μεταλλικούς σωλήνες. Δεν τους πέρασε από το μυαλό ότι το νερό θα μπορούσε να είχε μολυνθεί από το πέρασμά του κάτω από αυλές και σπίτια, αφού οι βρύσες ήταν σε σημείο χαμηλότερο από τα σπίτια. Το υδραγωγείο που έφερε καθαρό νερό από την Κοκκινόβρυση έγινε αργότερα, το 1959.