Τραπεζιτικές θύμισες (Β' Μέρος)

...Συνέχεια από (Α' Μέρος)

Σε λίγο καιρό, με κάλεσαν για εκπαίδευση στην αεροπορία, στον Άραξο. Εκεί, στην πτέρυγα, τσούρμα όπως κατεβαίναμε από τα στρατιωτικά αυτοκίνητα, τα τζέμις, που μας παραλάμβαναν από το σιδηροδρομικό σταθμό και μας έφερναν στο στρατόπεδο, χωριζόμαστε σε σμήνη, και όπως κατεβαίναμε, μας έλεγαν ένα, δύο, τρία, τέσσερα, και πήγαινε ο καθένας στον αριθμό του. Δεν πρόφταινες να δεις, να ρωτήσεις, να πεις κουβέντα… Και κατά τη μοιρασιά, δεν έτυχε να πάω στο δεύτερο σμήνος που ήταν ο Πλωμαρίτης, και πήγα στο τρίτο που ήταν ο Άρης Παπαβασιλείου, καλό παιδί, ώρα του καλή, γνωριστήκαμε μετά και με τον Κώστα Πλωμαρίτη… Και μετά, συνυπηρετήσαμε και στην τράπεζα… Εκεί, στον Άραξο, οι συνθήκες διαβίωσης από φαγητό ήταν απαράδεχτες… Το φαγητό ήταν τόσο κακό, για να μην το τρώνε οι σμηνίτες και να πηγαίνει να θρέφονται τα χοιρινά, στο χοιροστάσιο που λέγεται πως είχε ο τότε διοικητής της πτέρυγας, με κάποιον άλλο, κοντά στη θάλασσα, στην παραλία…. 
Ήμουνα σειρά Τρίτη του 1964.
Ήταν η εποχή των μεγάλων πολιτικοοικονομικών ανακατατάξεων, αλλαγών. Κυβερνήτης της χώρας είχε εκλεγεί ο γέρος της δημοκρατίας Γεώργιος Παπανδρέου, αναμορφωτής πρωτίστως της παιδείας, διότι κατάργησε τα δίδακτρα και άνοιξε τα Πανεπιστήμια σε φτωχά παιδιά και ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων. Και έγινε ή μεγάλη πολιτικοοικονομική ανακατάταξη της κοινωνίας… Είπε, τότε, το περίφημο. «Το έγκλημα, η πράξη φυλακίζεται, τιμωρείται, και όχι το πνεύμα, η γνώμη, η πεποίθηση.» Έδωσε το δικαίωμα στους στρατευμένους νέους, αν ήθελαν, να τύχουν άμεσης αναβολής, λόγω σπουδών… Αυτού του δικαιώματος έκανα χρήση, και μετά ενός έτους στρατιωτικής υπηρεσίας διέκοψα τη θητεία, επήρα αναβολή λόγω σπουδών στην ΑΣΟΕΕ, και επανήλθα στην τράπεζα, κάτω στο δεύτερο υπόγειο. 
Οι φύλακες τότε δεν είχανε κανένα οπλισμό. Βέβαια, οι συνθήκες δημόσιας τάξης και ασφάλειας διαβίωσης των πολιτών ήσαν πολύ καλύτερες των σημερινών. Οι μεγάλες κλοπές, ληστείες και φόνοι στο έτσι, άνευ αιτίας, τιμής και υπολήψεως, ήσαν σπάνιες. Συνήθως, ήσαν τα εγκλήματα υπόληψης, τιμής, και μικρές κλοπές, να αρπάξει ο πεινασμένος, το κάτι τις, να φάει… Οπλισμό και οι κλέφτες και οι ληστές τότε δεν είχανε, μα δεν είχανε και οι αστυνομικοί οπλισμό επάνω τους, τουλάχιστον να φαίνεται. Αν είχανε επάνω τους το περίστροφο, το είχανε επιμελώς κρυμμένο. Ούτε και εμείς οι φύλακες είχαμε… Τη μοναδική ληστεία, τότε, σε Ελληνική τράπεζα, την έκανε ο ληστής με τις γλαδιόλες, και όπως αποδείχτηκε με ψεύτικο όπλο. Από τότε και μετά, και με την εισροή μεταναστευτικών ρευμάτων, άρχισε ο φόβος… Και έγιναν οι ληστείες της μόδας… Τότε, ο κ. Γράψιας φοβήθηκε πολύ και έφερε, με δική του πρωτοβουλία, καμιά δεκαριά σιδερόβεργες της οικοδομής, χοντρές, εβδομήντα με ογδόντα εκατοστά μάκρος. Τις είχε χρωματίσει με λαδομπογιά, μπλε και άσπρο, τα χρώματα της σημαίας, μας είπε… Όπως τις είχε φτιάξει, δεν ήσαν ευδιάκριτες… Ήταν κοσμήματα… 
Κάθε βράδυ, μας τις μοίραζε και μας έδωσε οδηγίες, αν παρά ελπίδα παρουσιαστεί κάποια ανάγκη, με αυτό θα αμυνθούμε και με αυτό να τον χτυπήσουμε στους ώμους να παραλύσει, και να του σπάσουμε πόδι, χέρι. Να μην έρθουμε κοντά στα χέρια, μην μας τρυπήσει με μαχαίρι.
-Τα ακούτε… Ποτέ από κοντά στα χέρια… Ας είναι και του χεριού σας. 
Δεν πέρασαν από τότε δεκαπέντε με είκοσι ημέρες και οι δύο φύλακες, που είμαστε στο κτήριο επί της οδού Πανεπιστημίου, ακούσαμε θορύβους περίεργους, ασυνήθιστους, σαν κάποιος κάτι να κόβει, να σπάζει… κρακ, κρακ, σιωπή και πάλι το ίδιο, και μετά τρρρ τρρρ και πάλι το ίδιο. 
Οι θόρυβοι εντοπίσαμε ότι ερχόταν από το φωταγωγό, που ήταν μεταξύ της τράπεζας και του διπλανού κτηρίου της οδού Πανεπιστημίου. 
Εκεί, τότε, ήταν ένας φούρνος του Τσίτα. Ανέβηκα με όλες τις προφυλάξεις στο κεντρικό θυρωρείο, μαζεύτηκαν και δύο άλλοι που άκουσαν τους θορύβους. Ο κ. Γράψιας επήρε τηλέφωνο το νυχτοφύλακα του τετάρτου ορόφου και με σιγανή φωνή του είπε να ειδοποιήσει και τους άλλους φύλακες του κτηρίου, και με επιφυλάξεις να κατέβουν στο κεντρικό θυρωρείο, έκτακτο επικίνδυνο γεγονός του είπε, να φυλάξουν το ισόγειο του κτηρίου. 
Αμέσως, μας έδωσε οδηγίες, εμένα με έστειλε από το ημιυπόγειο, να ανεβώ σιγά-σιγά τις σκάλες, τη δεξιά σκάλα προς το ισόγειο, που μετά με οδηγεί στο πατάρι, όπου ήταν το τμήμα τηλεφωνημάτων και κλειδάριθμων, και να περιμένω πρηνηδόν στο δεύτερο, τρίτο σκαλοπάτι, με το λοστό στο χέρι, χωρίς να φαίνομαι, έτοιμος, αν περάσει, να τον χτυπήσω… Τον άλλον, τον άφησε στις ενδιάμεσες σκάλες, στο δεξιό μέρος στο πλατύσκαλο, που ενώνονται τα δύο κτήρια, και τον άλλον πίσω από μια κολόνα, όρθιος, ακίνητος, του είπε, να μην φαίνεται. Όπου και να περάσει, θα τον τελειώσουμε, είπε. 
Εγώ, έρποντας θα τον πλησιάσω κοντά. Αν είναι στο παράθυρο και δεν έχει μπει μέσα, θα τον τακτοποιήσω… Εκεί θα του γίνει… 
Προσοχή, προσοχή μην πάθουμε ζημιά… 
Το σχέδιο σε εξέλιξη. Όλοι στις θέσεις μας… Τα φώτα ήσαν σβηστά, λίγο ημίφως στους διαδρόμους. 
Ο κ. Γράψιας έρποντας ανέβηκε τις σκάλες που οδηγούν στο πατάρι, στο τμήμα κλειδαρίθμων, που ήταν και το παράθυρο του φωταγωγού. Ο θόρυβος συνέχιζε, κρακ, κρακ, τρρρ, σταμάταγε για λίγο και πάλι… Κάποια στιγμή, το τρίξιμο ακουγόταν πιο περίεργο και συνεχόμενο. Τότε, ακούμε ένα μεγάλο κρακ, μετά δεύτερο και τρίτο και άλλο και άλλο… 
Ο λοστός του Γράψια χτυπούσε το διαρρήκτη… Τζάμια ακούστηκαν να σπάνε και μετά σιωπή… Μετά από λίγο, ακούμε τη φωνή του… 
-Τον τέλειωσα… Σηκωθείτε. 
Έντρομοι σηκωθήκαμε, τρία, τρία ανεβήκαμε τα σκαλοπάτια… 
Ανάψαμε τα φώτα και τί να ιδούμε: 
Ο κ. Γράψιας πεσμένος κάτω, με το λοστό στο χέρι, λουσμένος στον ιδρώτα, τζάμια σπασμένα, γραφεία σπασμένα, τηλέφωνα κάτω, μηχανήματα διαλυμένα και ένα καλώδιο άρχιζε να καπνίζει… Το τραβάμε από την πρίζα… Κοιτάμε για ληστή , για κλέφτη… Πουθενά ο κλέφτης… Κοιτάμε με επιμέλεια, με το φακό προβολέα, στον φωταγωγό. Δεν υπήρχε σημάδι ότι κάτι υπήρχε… 
-Κακό που έπαθα ο μαυρούλης, κακό που έπαθα ο κακομοίρης, και έκλαιγε… 
Όλοι μας είμαστε άφωνοι… 
Τι να ειπούμε;… Και τί να κάνουμε;… 
Η ζημιά μεγάλη, ανυπολόγιστη, και δεν ξέραμε τις επιπτώσεις… 
-Πάει τώρα χάθηκα, δεν πρόκειται να πάρω σύνταξη, με έχει φάει η οικοδομή και η νύχτα τζάμπα… Δεν στραμπούλαγα, Θεέ μου, το πόδι μου, δεν έσπαγα το χέρι μου, τα μούτρα μου, όπως ανέβαινα στις σκάλες, πριν κάνω ό,τι έκανα, καλύτερα θα ήτανε… 
Τι να του ειπούμε εμείς; Τί να κάνει ο κύριος του ξεπαγιασμένου; Το μόνο που του λέγαμε, μην κάνει έτσι…
-Μην κάνεις έτσι… υπομονή… Έχει ο Θεός…
Όλους μας, μας είχε κυριεύσει ο φόβος…  Οι ζημιές που γινόταν από αιτία των υπαλλήλων, τότε, γινόταν καταλογισμός εις βάρος των… Και περνούσαν πειθαρχικό, με επιπτώσεις στην περαιτέρω εξέλιξή των. Ξημέρωσε… Κανένας μας δεν έφυγε. Ο κ. Γράψιας, καθισμένος σε μια καρέκλα, έτρεμε σαν το ψάρι στο γιαλό. Το σαγόνι του έκανε σπασμωδικές συσπάσεις… Ήρθανε οι υπάλληλοι και οι Δ/ντές, κίνηση στα γραφεία τους μεγάλη. Όλοι τους παγωμένοι, σκυθρωποί, βουβαμάρα μεγάλη, σαν μεγάλο πένθος… 
Αμέσως, το πληροφορήθηκε ο γενικός Δ/της, που ήταν και γενικός Δ/της της Εμπορικής τράπεζας, αναπληρωτής του προέδρου καθηγητή Στρατή Ανδρεάδη. Έδωσε εντολή τάχιστα να αποκατασταθεί η επικοινωνία με το εξωτερικό, πριν ακόμα ανοίξουν οι αγορές του εξωτερικού και το Λονδίνο. 
Αμέσως, ειδοποιήσανε τον ΟΤΕ, τους τεχνικούς και αποκαταστάθηκε η επικοινωνία με το εξωτερικό, για να μην δυσφημίζεται στις οικονομικές αγορές η τράπεζα… Αυτό που καταστρέψαμε ολοσχερώς ήταν το τέλεξ. Το μηχάνημα που αυτομάτως έπαιρνε και έδινε τα σήματα, εντολές, μηνύματα, περισσότερο με τις τράπεζες του εξωτερικού, παντού της οικουμένης, μέρα, νύχτα. Όταν οι άλλοι αλλού δουλεύουνε και οι άλλοι αλλού κοιμούνται… Όμως, το μηχάνημα αυτό, πάντοτε μέρα, νύχτα, από μόνο του δουλεύει… Πώς τα έχεις καμωμένα τα πράγματά σου, Θεέ μου, η πλάση σου να μην αδρανεί, πάντοτε κάπου κάποιοι να εργάζονται για το καλό, για την καλυτέρευση, για την προκοπή του κόσμου… 
Όμως, ο κ. Γράψιας, ανήμπορος, απαρηγόρητος, δάκρυζε με αναφιλητά, για την επικείμενη καταστροφή του. Οι Δ/ντές συλλογισμένοι. 
Κατά το μεσημέρι, πληροφορηθήκανε ότι έρχεται ο κ. Γενικός, από την Εμπορική τράπεζα πεζός. (Γενικός Δ/ντής ήταν ο κ. Κυριακόπουλος, και το συνήθιζε αυτό, να έρχεται από το κεντρικό της Εμπορικής, στο κεντρικό της Ιονικής τράπεζας, πεζός, ήταν Γενικός στις πέντε τράπεζες του ομίλου του Ανδρεάδη, της Εμπορικής, της Ιονικής, της Πειραιώς, της Αττικής, της τραπέζης επενδύσεων). 
Τότε, στην Ιονική τράπεζα είχε σημάνει σιωπηρός συναγερμός και φόβος άμεσου αποκεφαλισμού Δ/ντών και υπαλλήλων από τον Γενικό. 
Διότι αυτό το γεγονός ήταν σημαντικό, ήταν δυσφήμηση, γιατί διακόπηκε η επικοινωνία της τράπεζας με τις τράπεζες του εξωτερικού, χωρίς καμία ενημέρωσή τους, αυτές όπου η νύχτα η δικιά μας ήταν εργάσιμη ημέρα, στο άλλο ημισφαίριο ήταν η δικιά τους.
Ήρθε ο Γενικός, πεζός, πίσω του τον συνόδευε, διακριτικά, σε απόσταση, κάποιος κλητήρας της Εμπορικής. Εμπήκε από την κεντρική είσοδο της οδού Πεσματζόγλου. Τον περίμενε στην είσοδο ο αναπληρωτής Γενικός Δ/ντής, κ. Παυλόπουλος Τάκης. 
Αμέσως, μπήκε μέσα. Στάθηκε όρθιος στο κεντρικό σαλόνι, έριξε μια ματιά γύρω–γύρω στα τμήμα της τράπεζας και σιγά-σιγά ανέβηκε τα σκαλοπάτια της κεντρικής σκάλας, που ενώνει τα δύο κτήρια, και από εκεί, περπατώντας έδωσε εντολή να συγκληθεί άμεσα, στο γραφείο του, το συμβούλιο των Δ/ντών. 
Ο Γενικός, κ. Κυριακόπουλος, δεν άφηνε ποτέ το κάθε τι να χρονίζει, αμέσως, έπαιρνε αποφάσεις και έδινε λύσεις… Ήταν εργασιομανής. Πήγαινε στην τράπεζα το αργότερο από τις έξη το πρωί, και έφευγε στις δέκα και μισή με ένδεκα, το βράδυ. Γνώριζε τα πάντα, με κάθε λεπτομέρεια. Τίποτα δεν άφηνε για το αύριο… «Το σήμερα για αυτόν ήταν το σημαντικό, το σήμερα ήταν ο αιώνας… Το αύριο είναι για άλλα, νέα, μπορεί και να μην έλθει… έλεγε » 
Το συμβούλιο Δ/ντών δεν κράτησε πολύ, ούτε δέκα λεπτά. Τους ρώτησε πόσες ημέρες είχανε εγκαταστήσει το τέλεξ, και του είπανε περίπου δέκα ημέρες και σε λειτουργία μπήκε πριν τρεις ημέρες. Τους ρώτησε εάν ενημερώσανε αρμοδίως τους φύλακες ότι αυτό το μηχάνημα δουλεύει και τη μέρα και τη νύχτα, και όταν εδώ ο κόσμος κοιμάται. Και κάνει κάποιο θόρυβο… 
-Ποιος τους ενημέρωσε; 
Όλοι βουβοί… μουγκαμάρα… Κοίταζε ο ένας τον άλλον. Κανένας… Γυρίζει στον αναπληρωτή Γενικό Δ/ντή, που ήταν και ανιψιός του, και του λέει…
-Εσύ, Τάκη, που ήξερες από αυτά, ήρθες από το Λονδίνο, τί έκανες;… Έπεσε σε όλους βουβαμάρα… Όλοι τους είπαν: Τώρα θα πέσουνε κεφάλια και πρώτο, όπως φαίνεται, θα είναι του ανιψιού του, ας ήταν και τραπεζικός καθηγητής οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου… Και μετά, θα ακολουθήσουν και άλλα… 
Μετά, τους λέει:
- Και αυτός ο άνθρωπος, οι άνθρωποι, τί σας φταίνε που τους τρομοκρατείτε;… 
Για να έρθει αυτός που τα έσπασε, τώρα, εδώ… Ο νεότερος Δ/ντής πήγε και τον έφερε και τον παρουσίασε… Παρουσιάστηκε ο γέρο Γράψιας, θλιμμένος, δακρυσμένος, στάθηκε μπροστά του προσοχή… Δεν τον ρώτησε καθόλου… Ο Γενικός σηκώνεται όρθιος.
-Μπράβο, μπράβο, έκανες αυτοθυσία για την τράπεζα…
Όλοι τους νόμισαν ότι τους ειρωνεύεται. 
-Κινδύνεψες τη ζωή σου και αψήφησες τον κίνδυνο… Το αποτέλεσμα ήταν καλό… 
Όλοι πάγωσαν…
-Δεν σε είχανε ενημερώσει, όπως έπρεπε… Θα πας στο ταμείο να πάρεις τρεις μισθούς δώρο και δέκα πέντε ημέρες επί πλέον άδεια. Η τράπεζα θα σου δώσει εύθυμο μνεία για την πράξη σου, και στις πρώτες κρίσεις θα σου δώσει το βαθμό του αρχικλητήρα… Πηγαίνετε. 
Υποκλίθηκε και σιωπηλός, αμίλητος, έφυγε. 
Χωρίς να είναι σε θέση να μπορέσει να ακούσει κάτι από ό,τι έλεγε… Το μόνο που κατάλαβε, όπως μας έλεγε, μετά, ήταν το πρώτο μπράβο… και τίποτα άλλο… 
Κατέβηκε, για να μην τον βλέπει ο κόσμος, στο δεύτερο υπόγειο, εκεί που μου είχανε βάλει γραφειάκι με την καρέκλα, σωριάστηκε και έκλαιγε… Έκανε το σταυρό του και έλεγε: «Δοξασμένος ο Κύριος, μας φύλαξε, με γλίτωσε εδώ πα…» Ο προϊστάμενος του θησαυροφυλακίου, κ. Γιάνναρος, και ο υπάλληλος, κ. Γιάννης Μαντζούνι, δεν είχαν πληροφορηθεί το γεγονός και προσπαθούσαν με νερό να τον συνεφέρουν… Σε λίγο έμαθαν πως τα δάκρυα δεν ήσαν δάκρυα λύπης και στεναγμών, αλλά δάκρυα λύτρωσης, αγαλλίασης… 
Τη βράβευσή του τη χάρηκαν όλοι οι συνάδελφοι… Αυτός, για το ευχάριστο γεγονός και την απαλλαγή του από τη ζημιά, κερνούσε τους συναδέλφους και έλεγε: "Δεν με άφησε ο Θεός να χαθώ, θα πάρω τη συνταξούλα μου… Δοξασμένο το όνομά Του!..."
Θυμάμαι, τότε, ότι σε εμάς τους νυχτοφύλακες μας έδωσε πενήντα δραχμές, από τη βράβευσή του, στον καθένα μας… Θεός συγχώρεσέ τον… Σημαντικό ποσό για την εποχή εκείνη… Μας μοίρασε από τη χαρά του, πιότερο να χαρούμε… Αυτός μοίραζε και η χαρά μεγάλωνε!... 
Αυτοί ήσαν τότε οι συνάδελφοι, οι άνθρωποι της Ιονικής και Λαϊκής τράπεζας… Όλοι μοίραζαν από τη χαρά τους και η χαρά μεγάλωνε, και γινότανε τρανή, μεγάλη!...
Μια τρανή ομόνοια, αγάπη, ήταν στην οικογένεια της Ιονικής τράπεζας!...

Ιωάννης Στ. Βέργος


Τραπεζιτικές θύμισες (Α΄ Μέρος)

Τραπεζιτικές θύμισες (Γ΄ Μέρος)

Τραπεζιτικές θύμισες (Δ΄ Μέρος)

 

(ΕΚΜ)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Το Δημοτικό Σχολείο άρχισε να χτίζεται τον Αύγουστο του 1936. Επειδή τότε δεν πήγαινε αυτοκίνητο στου Σέρβου, τα τσιμέντα τα κουβάλησαν με μουλάρια από τα Λαγκάδια. Τις σιδερόβεργες όμως για την πλάκα, λόγω του μήκους τους και της φύσης του μονοπατιού δεν μπορούσαν να τις φορτώσουν στα ζώα και γι' αυτό τις κουβάλησαν οι Σερβαίοι στον ώμο από τα Λαγκάδια. Οι εργασίες σταμάτησαν λόγω του πολέμου και συνεχίστηκαν μετά το 1949. Οι αίθουσες του σχολείου άνοιξαν για τους μαθητές το 1954.