Μεγαλοβδόμαδο και Λαμπρή στο χωριό

cross01Από τις μεγαλύτερες γιορτές της Χριστιανοσύνης – μετά τα Χριστούγεννα – είναι το Πάσχα, του οποίου προηγείται η Μεγάλη Σαρακοστή και Μεγάλη Εβδομάδα. Οι συγχωριανοί μας τα παλιά χρόνια ήσαν πολύ θρησκευόμενοι και συμμετείχαν σε όλες τις εκκλησιαστικές εκδηλώσεις και ακολουθίες, όπως προβλέπεται από την Ιερά Παράδοση και Λατρεία του Ορθόδοξου Δόγματος.  Στη γιορτή της Ανάστασης έπρεπε να φθάσουμε εξαγνισμένοι, γι' αυτό προηγείτο και η αυστηρή νηστεία της Μεγάλης Εβδομάδας. Η εβδομάδα των Παθών άρχιζε από την Κυριακή των Βαΐων. Κάθε βράδυ παππούδες, γιαγιάδες, γονείς και παιδιά, μέσα από τα σκοτεινά δρομάκια της κάθε γειτονιάς, κατευθύνονταν στην απάνου εκκλησιά για να παρακολουθήσουν τις ακολουθίες του Νυμφίου.

Μεγάλη Πέμπτη

Το αποκορύφωμα του Θείου Δράματος έφθανε το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης, με τα δώδεκα Ευαγγέλια και το συναρπαστικότερο από τα υμνολόγια της Εκκλησίας μας ανάγνωσμα

«Σήμερον κρεμάται επί ξύλου...».

Μεγάλη Παρασκευή

Ακολουθούσε η Μεγάλη Παρασκευή. Για μας τα παιδιά ήταν μεγάλη μέρα. Πηγαίναμε στα χωράφια και κήπους να μαζέψουμε άγρια μικρά πολύχρωμα λουλούδια για τον Επιτάφιο, που σπάνιζαν, γιατί η άνοιξη στο χωριό φθάνει από τα μέσα Μάη και μετά. Το στόλισμα του Επιταφίου το έκαναν νέες γυναίκες και μεγάλα κορίτσια, που τις προηγούμενες ημέρες φρόντιζαν και την καθαριότητα της εκκλησίας, το πλύσιμο των καντηλιών κ.λ.π. Μια Μεγάλη Παρασκευή είχα πάει τσοπάνης με τις γίδες μας στη Ρέμπιζα, και στην προσπάθειά μου να μαζέψω λουλούδια έφτασα στους Ντρολαίϊκους κήπους. Οι γίδες μου όμως, οι «ψωριάρες» ανεβήκανε στο αμπέλι του μακαρίτη του μπάρμπα Βασίλη του Αναστασόπουλου και κάνανε ζημιά στα μπουμπουκιασμένα κλήματα, με επακόλουθο το σχετικό μάλωμα από την Μάνα μου. Ακολουθούσε η μεσημεριανή τελετή της αποκαθήλωσης με την ανάγνωση των έξι Ευαγγελίων για να φθάσουμε στη βραδινή ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής. Η εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής ήταν πάντοτε ασφυκτικά γεμάτη, γιατί επισκέπτονταν το χωριό για τη γιορτή της Λαμπρής και οι ξενιτεμένοι μας, ιδίως Αθηναίοι. Τα εγκώμια:

« Η ζωή εν τάφω κατετέθης Χριστέ…» ,

«Αξιον εστί μεγαλύνειν σε τον Ζωοδότη » και

« Αι γενεαί πάσαι ύμνον τη Ταφή σου, προσφέρουσι Χριστέ μου »

 

 

 

έψαλαν οι μαθητές του Δημοτικού Σχολείου που παρατάσσονταν δεξιά και αριστερά του Επιταφίου.Το πώς να ψάλλουμε τα εγκώμια της Σταύρωσης, μας το δίδασκε ο καλός παιδαγωγός και δάσκαλός μας Γιώργος Ανδρέα Δάρας, ο οποίος μας ανέλυε και τις Ευαγγελικές Περικοπές που αναφέρονταν στη Σταύρωση, με δραματικό τόνο και με δόση υπερβολής, με αποτέλεσμα τη συναισθηματική μας φόρτιση. Η κατάνυξη μεγάλη σε μια ατμόσφαιρα όπου μοσχοβολούσε το λιβάνι σε συνδυασμό με το άρωμα των λουλουδιών του Επιταφίου και την κολόνια που «έρανε» τον Επιτάφιο με το ασημένιο μυροδοχείο ο αοίδιμος Παπαναστάσης.

Περιφορά επιταφίου

Ακολουθούσε η περιφορά του Επιταφίου από την επάνω εκκλησιά μέχρι την Αγία Παρασκευή στην Τρανηβρύση. Με βήματα σιγανά σαν περίπατος -στο άχρονο θαρρείς και το διαρκές- προπορεύονταν της θρησκευτικής πομπής τα εξαπτέρυγα. Ακολουθούσε ο Επιτάφιος, ο παπάς και οι καλλίφωνοι ψάλτες. (Ναι, για μας καλλίφωνοι, γιατί εκείνες οι ψαλμωδίες ηχούν και αγγίζουν τις καρδιές μας, όταν αναπολούμε τα παιδικά μας χρόνια). Ήταν ο Χρήστος Παπαγεωργίου, ο καλοκάγαθος Σαμαρόγιαννης (δεξιοί ψάλτες), ο Νικ. Παπανικολάου και Θεοδ. Τρουπής -Αλούπης- (αριστεροί ψάλτες). Αιωνία τους η μνήμη.

Οι γυναίκες που ο Επιτάφιος περνούσε μπροστά από τα σπίτια τους έβγαιναν στο δρόμο και μες στο μισοσκόταδο -ως άλλες ιέρειες- έκαιγαν λιβάνι πάνω σε αναμμένα κάρβουνα από το τζάκι που τα τοποθετούσαν σε κεραμίδια, γιατί τότε δεν είχαμε λιβανιστήρια. Γραφικές φιγούρες, στη διαδρομή μας προς την Αγία Παρασκευή (και ας θεωρηθεί και ως μνημόσυνο) ήσαν οι μακαρίτισσες: Τερζού, Νικολαντάραινα και Νταρογιαννού, Χρυσαυγή του Γεωργακόπουλου, η Κοσιμίενα, η Τασίνα, η Θειά μου η Θύμιαινα, η Παπίτσαινα, η Μπακαλογιαννού, η Ρουσολένη και η γριά Σταματούλα.

Στην περιφορά κρατούσαμε λαδοφάναρα και χαρτοφάναρα, που η κάθε φλόγα τους θαρρούσες ότι συνομιλούσε και με ένα αστέρι του ουρανού, στη μυστηριακή εκείνη ατμόσφαιρα επικοινωνίας του επίγειου μικρόκοσμου μας με τον μακρόκοσμο των Γαλαξιών, τον Θεό, τους Αγίους και τα τάγματα των Αγγέλων, Σεραφείμ και Χερουβείμ.

Ακολουθούσε το μεγάλο Σάββατο όπου μικροί και μεγάλοι συνηθίζαμε να κοινωνούμε, όπως κάναμε και το πρώτο Σάββατο της Σαρακοστής, των Αγίων Θεοδώρων. Στις ψυχές μας μετά τη συγκινησιακή ένταση των προηγούμενων ημερών, άρχιζε να γεννάται η ελπίδα και χαρά για την αναμενόμενη Ανάσταση, και το χαρμόσυνο λυτρωτικό μήνυμα που αυτή φέρνει για τους Χριστιανούς.

Η γιορτή της Λαμπρής

Όλοι άρχισαν τις προετοιμασίες για τη γιορτή της Λαμπρής. Οι μανάδες μας ζύμωναν και έψηναν στο φούρνο φρέσκο ψωμί και οι πατεράδες ή παππούδες μας έσφαζαν το κατσικάκι τους, γιατί όλα τα σπίτια είχαν από 2-3 μαρτίνες (γίδες) για το απαραίτητο γάλα των παιδιών και το πασχαλιάτικο σφαχτό. ια τα παιδιά είχε ξεχωριστό νόημα ο ερχομός της Λαμπρής, γιατί συνήθιζαν οι γονείς μας να μας φτιάχνουν καινούργια χειροποίητα παπούτσια, (αρβύλες συνήθως με πολλές πρόκες), στους τσαγκάρηδες του χωριού που ήσαν οι: Χρ. Παπαγεωργίου, Θεοδ. Τρουπής (Αλούπης), Γεωργ. Σχίζας (Σγούλιας) και Δ. Κερμπεσιώτης (Τσαγκουράκος). Επίσης μας έραβαν καινούργια ντρίλινα ρούχα, παντελόνι και ''μπόλκα'' (σακάκι) για τ΄αγόρια και φουστάνια από τσίτι για τα κορίτσια. Οι πιο γνωστές μοδίστρες της δεκαετίας του 1950 ήταν, όσο μπορώ να θυμγθώ ήσαν: Η Νταρομαρία, η Μοδιστρούλα (Μαρία Αθ. Σχίζα-Πετρόμπεη), η μάνα μου και η θειά μου η Θύμιαινα-Δημητροπούλου.

Η Ανάσταση

Η καμπάνα για τη Ανάσταση μας ξυπνούσε στις 11 η ώρα το βράδυ, γιατί εκείνα τα χρόνια κοιμόμαστε ''μπονώρα'' μόλις ''χαλούπωνε'' (σουρούπωνε). Όλοι μας «Λαμπροφορεμένοι» γεμάτοι χαρά για την αναμενόμενη Ανάσταση, συρρέαμε στην εκκλησιά. Όταν ο Παπαναστάσης έλεγε το «Δεύτε λάβετε φως…….» κανένας μας δεν διανοείτο να φύγει από την εκκλησιά και παρακολουθούσαμε τη λειτουργία της Ανάστασης μέχρι τέλους, οπότε γυρνούσαμε στα σπίτια μας με την αγαλλίαση που γέμιζαν τις καρδιές μας τα λυτρωτικά τροπάρια και μεγαλυνάρια:

«Χριστός Ανέστη εκ νεκρών» «Αναστάς ο Ιησούς από του Τάφου»

«Ανάσταση Χριστού θεασάμενοι» και

«Ανέστη Χριστός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί Αυτού».

Την ευφροσύνη μας και ψυχική μας ανάταση στο δρόμο προς το σπίτι, πολλές φορές -όταν το Πάσχα έπεφτε αργά- συμπλήρωσε και το κελάδημα των αηδονιών από τα περιβόλια της της ''Μούσγας'' και των ''Βαρικών'', μαζί με το δροσερό αεράκι πού κτυπούσε τα πρόσωπά μας.

Η ακολουθία της Αγάπης και ο χορός στη Ράχη

Το μεσημέρι της Λαμπρής όλη η οικογένεια γευμάτιζε με το βραστό συνήθως κατσικάκι -με δυόσμο-, γιατί δεν υπήρχε λόγω φτώχιας η πολυτέλεια για αρνιά της σούβλας. Στις τρεις η ώρα το Απόγευμα της Λαμπρής χτυπούσε η καμπάνα της εκκλησιάς και όλοι μας πηγαίναμε στην ακολουθία της «Αγάπης» ,μετά το τέλος της οποίας σαν μελίσσι καταλήγαμε στη Ράχη, δηλαδή στην πλατεία της κάτω εκκλησιάς, όπου άρχιζε ο μεγάλος χορός. Πολλές φορές ερχόντουσαν και κλαριτζήδες από τη Λιοδώρα-Σαρλέϊκα και το κέφι ήταν πιο ανεβασμένο από το να τραγουδάνε χωρίς όργανα εναλλάξ άντρες με γυναίκες, τους θησαυρούς της δημοτικής μας μουσικής. Το κέφι ενισχυόταν και με το κοκκινέλι που οι τότε μαγαζάτορες με τις κόκκινες οκαδιάρες κανάτες, μισές και κατρούτσα, σέρβιραν στους χορευτές. Θυμάμαι ακόμη που οι κλαριτζήδες ρίχνανε κρασί μέσα στο κλαρίνο (γιατί άραγε;).

Αυτό το χορό τον περιμέναμε όλοι μας πως και πως. Μια φορά που ο καιρός άρχισε να χαλάει, οπότε συγκυριακά θα ματαιωνότανε και ο χορός. Θυμάμαι που ο μακαρίτης Σεβάσμιος Γέρο-Τασιούλης Αναστασόπουλος, ακούμπησε στο τουράκι της πλατείας και ατενίζοντας τον Αρτοζήνο, αναφώνησε:

«Θεέ μου μη βρέξεις και χαλάσει ο χορός και σπυρί γέννημα να μη γίνει>>.

(Σιτάρια ήσαν κείνη τη χρονιά σπαρμένα τα χωράφια του Αρτοζήνου και χρειαζόταν η βροχή).

Χορός ακολουθούσε και της Παναγίας -την Παρασκευή του Πάσχα- και ενίοτε τη Δευτέρα του Πάσχα, όταν γιορτάζαμε και τον Αγιώργη. Βεγγαλικά δεν υπήρχαν τότε στο χωριό, αλλά τα παιδιά μέσα στη χαρά της Λαμπρής παίζαμε με το θάνατο, αφού ανάβαμε φωτιές και πετούσαμε μέσα σφαίρες πού υπήρχαν άφθονες μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου. Ο Γιώκος του Κοσιμία δεν θα έχει πιστεύω ξεχάσει τη σφαίρα πού εξερράγη στον ώμο του όταν ο Γιώρης ο Τσαντίλης σαν πιο έμπειρος με το μπαρούτι, την έπιασε από τη φωτιά γιατί δεν έσκαγε και την πέταξε στον αέρα γιατί «καπίνιζε».

Φύλαξε ο Θεός.



Θ. Γ. Τρουπή (Γκράβαρη).

 


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.