Η μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης.

    Ήρθαν τα Χριστούγεννα,  η μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης,  που  κάθε επίπεδο και διάσταση αναφοράς της, ανά την υφήλιο,  άλλοτε και νυν,  επέφερε και επιφέρει,  αλλαγή στο modus vivendi (τρόπος ζωής) και modus operandi (τρόπος λειτουργίας)  των ενοίκων της (υφηλίου).

Η Γέννηση του Θεανθρώπου,  ως γεγονός,  αναγγελθέν από τους προφήτες,  προ της Γεννήσεως και δια των αιώνων αναλυθέν ή αμφισβητηθέν, από τους σοφούς εκάστης εποχής, απο τους εν άστρει λατρεύοντες,  κατά τους υμνωδούς της Εκκλησίας μας, απο τους αγνωστικιστές,  αλλά και τους αρνητές  ή σκοπίμως υπηρετούντες  την αθεία ,τον υλισμό και τις φιλοσοφικές αποχρώσεις του,  επέβαλλε (αφ εαυτής),  κυρίως, δύο τομές, στην μετά την Γέννηση, εξέλιξη και πορεία του κόσμου( Ανθρωπότητος), ως:

1) Δογματική ύπαρξη του Θεού.

     Στη δογματική,  περί αποδοχής και ερμηνείας, ύπαρξη του  Θεού, οπως παραδίδεται στα πατερικά κείμενα,  τα Ευαγγέλια,  τις μαρτυρίες Αγίων,  Οσίων και Ομολογητών της πίστεως, τις Οικουμενικές Ιερές Συνόδους των, πριν το Σχίσμα (1054), πατέρων της Εκκλησίας, καθώς και  στις συγγενείς με τα παραπάνω, Αιρέσεις,  θεολογικού χαρακτήρα, κυρίως Δυτικών Θεολόγων και δευτερευόντως Ανατολικών,  αλλά και  Ενθέων φιλοσόφων,  πχ Κίρκεγκωρ,  Μάρτιν  και άλλων.

2) Χρόνοι Προ και Μετά Χριστόν

Στη Διαίρεση  της Ιστορικής συνέχειας  της Ανθρωπότητος σε πρό Χριστού και μετά Χριστόν χρόνους,  ιστορούντας  τον πολιτισμό της επί γης δράσης της  (ανθρωπότητος),  σε υλικά και πνευματικά επιτεύγματα, που κατά βάσιν,  έχουν θεολογικό υπόβαθρο,  πχ πύργος Βαβέλ  (οίηση του ανθρώπου),  όταν  δεν αποβλέπουν στον εσωτερικό ενάρετο  κόσμο του και πνευματικά,  όταν ο κύριος σκοπός της δημιουργίας,  είναι η απόληψη του κοινού καλού,  σαν σε  επίγειο παράδεισο.

       Συνεπώς,  προς τα παραπάνω,  ένα συμβάν, πχ   Πάσχα, Χριστούγεννα, Μετανάστευση, Έρωτας,  Θάνατος,  έστω και αν βιώνεται  από πολλούς, ταυτόχρονα,  με φυσική παρουσία,  στον τόπο του συμβάντος,  δεν προσλαμβάνεται,  εσωτερικά,  με την ίδια ένταση και τον αυτό βαθμό επίδρασης,  σε όλους,  ούτε και η διάρκεια  παραμονής των αντιστοίχων συναισθημάτων,  πχ  φόβου,  λύπης,  χαράς,  αισιοδοξίας,  είναι  ισόχρονη.   Το βίωμα, είναι εξατομικευμένη εσωτερική διεργασία ενός εκάστου και προκειμένου,  για τα Χριστούγεννα του 1969, σας εξομολογούμαι, οσα βίωσα και θυμάμαι,  σαν να ήταν  χθες,  την προ και μετά περίοδο, της Αγίας   Νύχτας της Λειτουργίας των Χριστουγέννων.

     Σέρβου  Χριστούγεννα 1969.

Το χωριό είναι ακόμα στην ακμή του.  Είχε αρχίσει  η εσωτερική μετανάστευση,  για την  Αθήνα και τα άλλα αστικά κέντρα της χώρας,  πχ Τρίπολη, Κόρινθο, Πύργο,  αλλά  πάνω κάτω 400-450 άτομα ηταν μόνιμοι κάτοικοι,  με πλήρεις  αγροτοκτηνοτροφικές ασχολίες των διαμενόντων,  σχεδόν όλα τα μαγαζιά ανοικτά,  το Δημοτικό Σχολείο  είχε περίπου 80 μαθητές  (120 μαθητές είμαστε το 1967 που ήμουν στη ΣΤ΄τάξη),  με καθημερινά δρομολόγια του ΚΤΕΛ,  το Σταθμό Χωροφυλακής εν λειτουργία,  το Αγροτικό Ιατρείο στη μάχη για την Υγεία,  ο παπα-Σωτήρης  Θανόπουλος,  εφημέριος των Εκκλησιών μας, (ιερουργούσε μέχρι το 1974), τα Δασικά έργα ειχαν αρχίσει να εκτελούνται και όπως έχω καταγράψει  στο ‘’ ΕΠΟΣ ΤΩΝ ΔΑΣΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ’’,  τα έργα αυτά  μεγάλωσαν  το ΑΕΠ του χωριού μας.

Πρωτόγονες συνθήκες ζωής.

     Γνωρίζουμε όλοι,  τουλάχιστον  όσοι γεννηθήκαμε στο χωριό μέχρι και το έτος 1970,  ότι οι συνθήκες διαβίωσής μας και οι ανέσεις ζωής ,  σε σύγκριση με τις σημερινές,  ήταν υποτυπώδεις,  θα έλεγα  πρωτόγονες,  αφού  η μόνη πολυτέλεια,  κοινή σε όλους, ήταν η παροχή νερού για όλες τις χρήσεις,  από  τις 17-20 κοινοτικές βρύσες,στις γειτονιές του χωριού.

     Χωρίς ρεύμα  (Ηλεκτροδοτηθήκαμε το 1971),  χωρίς τηλέφωνα,  χωρίς τηλεοράσεις, χωρίς ψυγεία,  χωρίς ΙΧ αυτοκίνητα ανά  οικογένεια,  χωρίς άμεση επαφή με τους ξενιτεμένους μας,  χωρίς δυνατότητες οικονομικές για επικοινωνία με τα τοπικά αστικά κέντρα  και την προμήθεια αγαθών από αυτά,  χωρίς άμεση επαφή με τα τοπικά κέντρα  Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης,  χωρίς άμεση παροχή υγειονομικής περίθαλψης σοβαρών περιστατικών,  ελλείψει αναγκαίων δαπανών  (των ασθενούντων),  αλλά και ελλείψει υποδομών υγείας και κατηρτισμένων θεραπόντων αυτής.

    Ο ανύπαρκτος Κοινοτικός φωτισμός,  ο αμυδρός φωτισμός στα σπίτια  με τις γυάλινες λάμπες πετρελαίου (με φακαρόλα) ή τις  "τσιμπλούδες",  το πυκνό σκοτάδι, τις ασέληνες νύχτες του Δεκέμβρη, η βροχή, τα χιόνια κλπ, φιλοτεχνούσαν μια απόκοσμη εικόνα του χωριού,  που της έδιναν σημάδια ύπαρξης ζωής.  Επίσης, τα αλυχτίσματα των σκύλων, τα ογκανίσματα (γκαρίσματα) των γαιδάρων, το βέλασμα των εσταυλισμένων οικόσιτων ζώων,το λάλημα των πετεινών  καθώς και σποραδικά τα τραγούδια από κάποιους, εν ευθυμία διατελούντες συμπατριώτες μας.

 Αντιμετώπιση  των  αντίξοων συνθηκών.     

     Τα μοναδικά όπλα,  στις αντίξοες αυτές συνθήκες διαβίωσης,  για όσα μας συνέβαιναν, ήταν η υπομονή, τα εμπειρικά γιατροσόφια των γονέων μας λόγω πείρας (υποτίθεται) και η επίκλησις της άνωθεν βοηθείας.

    Λόγω των ανωτέρω,  κοινών παθημάτων, στην κλειστή μας κοινωνία, η μία ημέρα διεδέχετο την άλλη, με φόβο Κυρίου (από Θεού άρξασθε), η δύναμη των λειτουργών του Υψίστου και ο λόγος τους, επί παντός του επιστητού,  καθώς και του μη επιστητού.   Το ανερμήνευτο μυστήριο του  θανάτου, η Ενσάρκωση  (ο αχώρητος παντί πως εχωρήθη εν σοι), αλλά και η ασύλληπτη (Γέννηση, Σταύρωση, Ανάσταση και  Ανάληψη), να κατανοηθεί, ζωή του Κυρίου,  συνείχε και συνέχει κάθε άνθρωπο,  που παραλύει,  στην ιδέα του Θανάτου,  με την ανθρώπινη διάνοια.

Δεκέμβριος 1969.

 Ο μήνας αυτός ήταν ένας  δύσκολος και βαρύς Μετεωρολογικά μήνας,  αφού από τα  "Νικολοβάρβαρα", (4,5,6 Δεκεμβρίου),  ο καιρός, είχε δείξει τις άγριες διαθέσεις του,  με κρύο και ασταμάτητες βροχές επι ενα τετραήμερο.

   Είμαι μαθητής της Γ΄τάξεως του Γυμνασίου Λαγκαδίων (αντίστοιχη της σημερινής)  και όπως κάθε Σαββατοκύριακο,  με το πέρας των μαθημάτων στο τέλος της Εβδομάδος, μέσω «Τζι(ου)κούλας» πηγαίναμε στο χωριό,  στους  δικούς μας,  για ανανέωση των οικογενειακών δεσμών μας και τον εφοδιασμό μας με τρόφιμα  -το περίφημο σακούλι των Γυμνασιοπαίδων-  και αν υπήρχε  και χαρτζιλίκι.

     Την Σχολική εκείνη χρονιά,  30 μαθητές και μαθήτριες,  φοιτούσαν,  στα Γυμνάσια Λαγκαδίων και Δημητσάνης, από το χωριό, αν υπολογίζω σωστά,  μεταξύ των οποίων, στο Γυμνάσιο Λαγκαδίων και η αείμνηστη Αγγελική (Κούλα), κόρη  του  Νικ. Θεοδ.  Λιατσοπούλου, ο οποίος είχε το μαγαζί  δίπλα από το Ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου, που συνέχισε ο γιος του Γιώργος και σήμερα το λειτουργεί η νύφη του Βάσω και ο εγγονός του Νίκος.  Η Κούλα,  μία καλή,  χαριτωμένη και έξυπνη μαθήτρια, ήταν στην Α΄ τάξη.

Ο τραγικός θάνατος της Κούλας.

      Στις 6 Δεκεμβρίου,  εορτή του Αγίου Νικολάου και ονομαστική εορτή του πατέρα της,  λόγω της επί ένα  τετραήμερο καταρρακτώδους βροχής,  στην ευρύτερη περιοχή Σέρβου Λαγκαδίων,  δεν  κατέστη δυνατόν να πάει στο χωριό και έμεινε  για ασφάλεια στο σπίτι που διέμενε,  ως μαθήτρια, στη συνοικία του Αγίου Γεωργίου Λαγκαδίων.  Το σπίτι αυτό ήταν κάτω από τον πέτρινο μανδρότοιχο του περιβόλου της Εκκλησίας,  που  δεν άντεξε στην πίεση του υδάτινου όγκου, συνεπεία της  πολυημέρου βροχόπτωσης,  και έπεσε στα υποκείμενα του περιβόλου σπίτια,  καταπλακώνοντάς τα,  προκαλώντας τον εξ ασφυξίας θάνατο 4 ατόμων,  μεταξύ των οποίων και της Κούλας.

     Ειμαι αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυς,  των γεγονότων του χαλασμού, τόσο κατά τα διαδραματισθέντα στα Λαγκάδια,  όσο και  όσα  δραματικά ακολούθησαν στο χωριό.

     Η σκιά του αδοκήτου θανάτου, της  13 χρονης  Κούλας,  έπεσε βαριά, πάνω από το χωριό,  θλίψη και κατήφεια,  ανείπωτος και γοερός πόνος στην οικογένειά της και στους πατριώτες,  που για μεγάλο διάστημα,  το μόνο θέμα που συζητούσαν,  σε σπίτια και καφενεία,  ήταν  αυτό που συνέβη, σαν άλλο ένα πλήγμα στην οικογένεια των Λιατσοπουλαίων, μετά τον προ διετίας χαμό από δυστύχημα,  της Χριστώνας  (Χριστίτσας Ηλ. Λιατσοπούλου).

     Μετά ταύτα,  η θλίψη κατέλαβε το χωριό,  το μαγαζί της οικογενείας υπολειτουργούσε,  οι πανηγυρικές Χριστουγεννιάτικες εκδηλώσεις και δρώμενα  (χοιροσφαξιές),  ανεβλήθησαν για τις Απόκριες,  ως επί το πλείστον,  ακόμα και ο τόνος στην Χριστουγεννιάτικη λειτουργία, θυμάμαι, ήταν χαμηλός,  χωρίς τους λαρυγγισμούς των ιεροψαλτών     Χρ. Παπαγεωργίου  και Θεοδ. Τρουπή (Αλούπη) και με τα βλέμματα όλων στραμμένα στον χαροκαμμένο Νικ.  Λιατσόπουλο, ένα ευσεβή και φιλόθεο  πιστό,  που αργότερα χρημάτισε ιεροψάλτης και που ποτέ δεν απεδέχθη την απώλεια της αγαπημένης του κόρης.

Τα πιο μελαγχολικά Χριστούγεννα στο χωριό.

    Τα Χριστούγεννα εκείνης της χρονιάς,  μετά το επισυμβάν δυσάρεστο και λυπηρό  γεγονός,  για μένα,  όπως και για τα άλλα παιδιά του Γυμνασίου Λαγκαδίων,  πιστεύω πως  ήταν τα πιο μελαγχολικά,  μέχρι τότε, γιατί  έκανα αναγωγή του θανάτου  ενός παιδιού και του πατρικού σπαραγμού, στον  ποιητικά αποδοθέντα (σπαραγμό), του Ηπειρώτη ποιητή  Γ.  Ζαλοκώστα,  με το ποίημα «Ο Βορειάς  που τ΄αρνάκια παγώνει»,  καθώς και του μεγάλου μας  ποιητή  Κωστή Παλαμά, με το ποίημα «Ο Τάφος», για την απώλεια των παιδιών τους,  επηρεασμένος  σφόδρα, προ του δικού μας συμβάντος,  μέχρι σήμερα.

56 χρόνια μετά…

      Η ανάμνηση του βιωματικού αυτού γεγονότος,  για 56 χρόνια, δηλαδή  μέχρι σήμερα, είναι παρούσα, μέτρο  και ανάχωμα,στην αδυναμία του ανθρώπου,  έναντι των στοιχείων της φύσεως,  στοχασμός έναντι της βούλησής του, να εξηγήσει τα επέκεινα, δια της πεπερασμένης διανοίας του.

               Καλά και ευλογημένα Χριστούγεννα σε όλους!

      Εν Γαλατσίω Αττικής, 23 Δεκεμβρίου 2025

       Αθανάσιος Κων. Γκούτης

(XIM)


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Η διάνοιξη του δρόμου από τον Αγιώργη το Σαρά μέχρι το χωριό, μήκους 12 χιλιομέτρων έγινε το 1950. Οι Σερβαίοι διέθεσαν τις μερίδες τους από τη βοήθεια της UNRA που πουλήθηκαν για να συγκεντρωθούν χρήματα για την μπολντόζα. Επίσης δούλεψαν προσωπική εργασία όλοι οι ενήλικες του χωριού. Οι Αραπαίοι, επειδή είχαν να περπατήσουν μια ώρα παραπάνω από τους Σερβαίους, για να φθάσουν από το σπίτι τους στο έργο και μία να γυρίσουν, κοιμόσαντε το βράδυ εκεί που δούλευαν.