Για σένα τούτη η γραφή

Για σένα τούτη η γραφή – νιούτσικο αγόρι
που νόμισες πως η ζωή – είναι παρθένα κόρη.
Πόρνη είναι φίλε μου μικρέ – άξια να την μισήσεις
μα δίχως άλλη επιλογή – πρέπει μ΄ αυτή να ζήσεις.
Έχω πολλά να σου ειπώ – πολλά να μολογήσω
για την στερνή σου τη ζωή – αντρίκια να μιλήσω.
Μήπως σε κάνω για να δεις – με μάτια της ψυχής σου
τι χρώμα έχει η ζωή – τι ρώμη το κορμί σου.
Συγχώρα μου τις λέξεις μου – νοιώθεις σαν μαθητούδι
Μα είσαι άπειρος πολύ – και μόλις βγάζεις χνούδι.
Άκου και βλέπε το λοιπόν – την ομορφιά της ζήσης
και σε τι πόλεμο θα μπεις – αν θέλεις να την ζήσεις.
Μα το Θεό χαλάλι σου – ο κόπος που θα κάνεις
μα πρόσεχε τις μαχαιριές – που πρέπει να τις γιάνεις.
Αφού γεννήθηκες λοιπόν - γροίκα τι να προσέξεις
να κάνεις πόλεμο σωστό – αν θέλεις για ν΄ αντέξεις.
Πρώτα απ΄ όλα αγόρι μου – να ειδής την μπόρεσή σου
και ύστερα με φρόνηση – μέτρα την δύναμή σου.
Μην ξεπερνάς αντίπαλο – κοιτώντας τον στην όψη
μέτρα καλά τα μέσα του – αν θες να μην σε κόψει.
Δέκα φορές να τον μετράς – και μιά να κόβη η σκέψη
γιατί η έχθρητα η πολλή – και σε θε να παστρέψει.
Και μην ξεχνάς ο στόχος σου – δεν είναι να νικήσεις
μα ύστερα από αυτό – να συνεχείς να ζήσεις.
Τι να το κάνεις νικητής – στον πόλεμο να βγαίνεις
αν από τις πολλές πληγές – ύστερα να πεθαίνεις;
Υπάρχει όπλο δυνατό – να το κρατάς για χρεία
μα δεν πουλιέται πουθενά – και λέγεται φιλία.
Στα δύσκολα θε να το βρεις – και στις τραχειές πορείες
ψάξε μέσα στο είναι σου – για ηθικές αξίες.
Είναι πορεία δύσκολη – θα πέσεις θα ματώσεις
μα το – εγώ – να πολεμάς – αν θέλεις να την νοιώσεις.
Αυτός παιδί μου ειν΄ ο εχθρός – τον άντρα που παιδεύει
κάνει το νου του σφαλερό – στην πράξη να κιοτεύει.
Έν' άλλο όπλο δυνατό – που πρέπει να φορέσεις
Δικαιοσύνη λέγεται – βαρύ αν το μπορέσεις.
Μα άνδρας αν θες να φαίνεσαι – και νόημα να δώσεις
πρέπει σου έστω στανικώς - το βάρος να σηκώσεις.
Δύσκολος ρόλος κι άχαρος – φθείρεσαι και χαλιέσαι
μα δίχως αυτό τ΄ αρμάτωμα – για άνδρας δεν περνιέσαι.
Μπορεί να παραφόρτωσα – του νου σου το γιατάκι
διαφέρει όμως ξέρετο – ο άνδρας απ΄ τ΄ αντράκι.
Και για στερνό σου φύλαξα – χρυσόβουλο δεμένο
όπλο τρανό και πλουμιστό – και ξόμπλι παινεμένο.
Να το φοράς εσώψυχα – στο πιο ψηλό σημείο
γιατί είναι ξόδι ιερό – προγόνων σου μνημείο.
Μόνο στη θώρη του ο εχθρός – θα σκύβει το κεφάλι
γιατί που να βρη ο καψερός – τα εδικά του κάλη;
Στο άνοιγμα η βούλα αυτή – Έλληνα φανερώνει
την αλυσίδα να κρατά – τον κόσμο να ενώνει.
Κοντολογίς ελόγου σου - Έλληνας για να γίνεις
μάθε την γλώσσα να μιλάς – την γλώσσα της Ειρήνης.
Δεν έχω την τύχη την καλή – λέξεις να συνταιριάξω
κι ίσως νοήματα μισά – μονάχα να μοιράζω.
Μα ψάξε μεσ΄ στα λόγια μου – μπορεί να΄ χουν αξία
κάτι μικρό να, τόσο δα – να έχει σημασία.
Θα είμαι πάντα δίπλα σου – όταν θα με ζητήσεις
λίγη ψυχή να δανειστείς – να πορευτείς να ζήσεις.
Και να χεις πάντα κατά νου – τη ζήση να πιστώσεις
αφού την πήρες δανεική – στον πλάστη θα την δώσεις.


ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ
( Από την ποιητική συλλογή ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΑΣ )


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.