Αγχιβασίην*

.

Από την ποητική συλλογή   "Το προσωπείο του χρόνου"   κοινωνία  (δε)κάτων, Αθήνα 2010

.

Είναι κοντά κι είναι μακριά

Τ΄ αγγίζω, αλλά μου φεύγει

Το βλέπω, το ακούω κι ύστερα από μια στιγμή

Εξαφανίζεται

Ξέρω ότι υπάρχει ξέρω γιατί υπάρχει

Ξέρω ότι υπάρχει μέσ΄ από το βλέμμα μου

Μέσ΄ απ΄ το νου μου, από το άγγιγμά μου

Δύσκολο να κρυφτεί

Κάτω απ΄ τον εκτυφλωτικό ήλιο του μεσημεριού

Και όμως

Κανένας άλλος δεν το βλέπει

Πρέπει να αποδείξω πως υπάρχει

Ώστε να γίνω πιστευτός, να μη με κυνηγάνε

Με τις πετριές τ΄ αλάνια στον περίπατο

Ίσως είναι για τον καθένα μας το ίδιο, αν και διάφορο

Μα όλοι δυσπιστούμε όταν κάπως φανερώνεται.

.

*πρόκειται για μία λέξη-ρητό, εμπνεύσεως του αρχαίου φιλοσόφου Ηράκλειτου, το οποίο, αναλύει πιο επαρκώς από τον καθένα ο Διογένης Λαέρτιος, στους Βίους Φιλοσόφων, δίνοντας το νόημα αυτής της λέξης. Aγχιβασίην σημαίνει: “Η εγρήγορση του όντος από τη Λήθη προς τον Συμπαντικό Λόγο εξ ου αντλεί ενέργεια”.

(χιμ)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.