Τον Αρτοζήνο αποχαιρέταγε
-χαλκωματένιος μεσοπέλαγα-
ο Ήλιος από το Κατάκωλο.
Στην εκκλησιά μοσχοβολάγανε
οι προσφορές, τα μοσχολίβανα,
τα ρόδια, οι δυόσμοι και τα μάραθα.
Τα ψυχοχάρτια σιγοδιάβαζε
ο παπα-Γιάννης και στης μνήμης μου
τ΄αλώνι πανηγύρι σταίνανε
οι ζωντανοί μ΄αυτούς που φύγανε.
Κι εγώ ένα κεράκι άναβα
από συνήθεια για να καίγεται,
και σιωπηλός σταυροκοπιόμουνα.
Και μόνο ένας δεν ερχότανε
στη μνήμη μου
-έφυγε στα τριάντα του-.
Ήτανε ο πατέρας που δεν γνώρισα...
(ΧΙΜ)













