Δεκατέσσερω χρονών

 Χαμόγελα ζεστά της άνοιξης. 

Κορίτσια δεκατέρω χρονών.
Σχολειό κι αινίγματα,
παιχνίδια… όνειρα…
Η Πόπη η μαυρομάτα κι η ξανθή Ρηνιώ.

Στα πρώτα τους τα τρεμουλιάσματα.
Κρυφά στενάγματα στο δειλινό…
«Λυσίου Λόγοι»… κούκλες…
Αχ τα σύνορα,
διαβαίνανε, των δεκατέσσερω  χρονώ.

Κάπου ένα δάκρυ’ αλλά κελάηδημα,
γλυκό η ζωή των αηδονιών.
….Γκέο – Βαγκέο…
Βάσανο το διάβασμα…
μα τι γλυκειά η ματιά των αγοριών.

ψέματα ζωή! Ποιος να περίμενε
το χάρο μες στον κεραυνό…!
Και θέ  μου΄
καίει την ομορφιά την άγουρη,
της άνοιξης των δεκατέσσερω χρονών…!

Κορδέλες… Ξαφνιασμένα πρόσωπα
κάτω απ΄ τα μάτια τα κλειστά τον ουρανό,
σα να ρωτούσαν:
Μα, σε βρίσκει ο θάνατος,
σαν είσαι μόνον δεκατέσσρω χρονών;
………………………………………………………..

Δυό παπαρούνες κάθε Μάη στα μνήματα,
κι ώχ, κάθε πρωτοβρόχι…Μακρυνό,
ένα σκοπό μου φέρνει,
-όλο παράπονο-
….  Η μαυρομάτα η Πόπη κι η ξανθή Ρηνιώ….


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.