Οι Γεωργοί

 

Από το βιβλίο του Ιερέα Χρήστου Αθ. Κομνηνού «ΛΥΚΟΥΡΕΣΗ – ΓΟΡΤΥΝΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑ-ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΑΘΗΝΑ 1996»

 

Οι κάτοικοι του χωριού από παλαιότερους χρόνους και μέχρι το 1970 είχαν βασική ενασχόληση τη γεωργία και την κτηνοτροφία.
Περίμεναν το φθινόπωρο, αρχές του Σεπτέμβρη, να βρέξει, να ετοιμάσουν τα αλέτρια, τα ζυγονόμια, το ζυγό, τα λουριά.

Τα λουριά που ήταν στο ζυγό με το γούζι, ήταν από τομάρι γίδας. Το έβγαζαν λουρί όχι πολύ πλατύ. Στη συνέχεια το ξύριζαν να φύγει η τρίχα και μετά έπλεκαν δέκα λουρίδες μαζί. Άφταστη σε αυτή τη δουλειά η γιαγιά μου, η Νικόλακαινα. Αυτά με το γούζι στο μέσο του ζυγού συνδέονταν με το αλέτρι. Περνούσε το αλέτρι μέσα στο γούζι.

Μπροστά ήταν η τρύπα του αλετριού. Περνούσαν μέσα την λεγόμενη πρόκα, φτιαγμένη από ξύλο, και γινόταν η ένωση ανάμεσα στο ζυγό και το αλέτρι. Έδεναν και τις τριχιές για τράβηγμα, τις αλυσίδες που ήταν μαζί με τα ζυγονόμια, φορεμένα στο λαιμό των μουλαριών και το ζευγάρι έτοιμο να οργώσει.
Τα βόδια είχαν διαφορετικό ζυγό. Ο ζυγός των βοδιών ήταν με τις λεγόμενες ζέβλες. Ο ζυγός είχε δυο τρύπες στη μια μεριά και δυο στην άλλη. Έβαζαν το ζυγό ψηλά από το λαιμό. Φορούσαν τη ζέβλα στο λαιμό του βοδιού μέσα από τις τρύπες του ζυγού και επάνω που έβγαιναν οι ζέβλες από το ζυγό ήταν και αυτές με τρύπες. Περνούσαν μέσα ένα σύρμα χοντρό με την ονομασία μπιζέβλι, για να μην βγαίνει η ζέβλα κάτω και στη συνέχεια η ένωση γινόταν όπως στα μουλάρια.
Η διαφορά ήταν μόνο στο ζυγό. Ενώ στα μουλάρια η ένωση περνούσε κάτω από κοιλιά, στα βόδια ήταν πάνω από το λαιμό.
Ο γεωργός κρατούσε το αλέτρι από το χερούλι. Με τα σχοινιά οδηγούσε τα ζα να πηγαίνουν ίσα το αυλάκι και το όργωμα ξεκινούσε.
Η νοικοκυρά τις προηγούμενες μέρες ετοίμαζε το σπόρο. Τον καθάριζε με το χέρι τον κοσκίναγε με το κόσκινο. Πολλές φορές το βάζανε πάνω στο τραπέζι και το περνούσαν ένα- ένα σπυρί. Μερικές φορές το διάλεγαν από στάχυα. Στο αλώνι έστηναν όρθιες τις κουντούρες και διάλεγαν τα καλύτερα στάχυα. Βάζανε κοντά 50 οκάδες για σπόρο.
Το πρωί η νοικοκυρά θα έβαζε το σπόρο στο τσουβάλι. Στο δισάκι του ζευγολάτη πέντε δέκα καρύδια. Για να ψωμώσει το γέννημα σαν τα καρύδια. Έτσι ήταν το έθιμο.
Σηκωνόντουσαν οι άνθρωποι άγρια χαράματα να πάνε να ποτίσουν τα ζώα στη βρύση κι όχι στο ρέμα που ήταν κρύο το νερό. Ή βρύση ήταν απέναντι από το ρέμα. Μαζί πολλές φορές πήγαιναν και οι γυναίκες με το βαρέλι να φέρουν νερό. Νύχτα να ζυμώσουν, νύχτα να ρίξουνε τα ψωμιά στο φούρνο. Την ώρα που θα ξεκινήσει ο ζευγάς για το χωράφι να είναι κι αυτή έτοιμη με τον τραχανά στην τέσα.
Ο τραχανάς αυτός ήταν ο καφές των χωρικών. Δεν ήξεραν τι είναι ο καφές. Τα παλιά χρόνια καφέ θα έπινε μόνο κανένας γέροντας. Αυτός που θα είχε την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει καφέ και ζάχαρη από τον Καζάκο στη Δημητσάνα. Είχαν και την παροιμία που έλεγε «ο τραχανάς και θερμίζει και γεμίζει». Ήταν ζεστός, γέμιζε και το στομάχι.
Έσπερναν τα χωράφια από άκρη σε άκρη. Δεν άφηναν ούτε πιθαμή χέρσο. Όπου δεν περνούσε το υνί του αλετριού, θα το έσκαβε ο ξιναράς με τον κασμά. Πίσω από το ζευγάρι δυο άνθρωποι με τους κασμάδες να στρώνουν την αυλακιά, να σκάψουν την άκρη που δεν την πιάνει το αλέτρι. Μέσα στη λάσπη να κοιτάζουν να κλείσουν το σπόρο βαθιά στο χώμα, να μην τον πάρει το νερό της βροχής.
Σκληρή η ζωή των ανθρώπων. Ταλαιπωρία, τυραννία, αγρύπνια μαζί κι η φτώχεια. Μόνιμο φαγητό τους ο τραχανάς, οι χυλοπίτες, το τυρόψωμο.
Αρχές του Απρίλη έπρεπε να γίνει το βοτάνισμα. Να φύγουν μέσα από τα σπαρτά τα ζιζανιόχορτα. Δουλειά που ήθελε πολλά χέρια. Έβλεπες τις γυναίκες του χωριού σκυμμένες από το πρωί μέχρι το βράδυ. Να βοτανίζουν, να βγάζουν τα άχρηστα χόρτα με τα χέρια τους. Να τους μένουν τα νύχια μέσα στο χώμα.
Από κοντά και το παιδί στη νάκα. Κρεμασμένο σε κανένα δέντρο. Όλοι στον αγώνα.
Ορισμένοι που δεν μπορούσαν να βοτανίσουν τα χωράφια, έριχναν στα σιτάρια τα πρόβατα, γιατί δεν τα πείραζαν. Αντίθετα από τα κριθάρια που τα έτρωγαν. Ήταν και αυτό μια ευκολία για τις γυναίκες.
Πολλές φορές μαζί με το βοτάνισμα ερχόταν και ο σκάλος των αραποσιτιών.
Νέος αγώνας, νέα κούραση, νέες φροντίδες. Άλλοι με δανεικαριά, άλλοι με πληρωμή, σκάλιζαν και το αραποσίτι. Πλησίαζε και ο καιρός του θέρου. Ερχόταν η ώρα να δει ο γεωργός τις απολαβές των αγώνων του. Να δει τις εισπράξεις του.
Ασπρίζουν και κυματίζουν τα σιτάρια, τα κριθάρια, ο μαρτιάτικος. Το μαρτιάτικο τον έσπερναν το Μάρτη. Τον έλεγαν και τριμηνίτη. Ο καρπός αυτός ταιριάζει με το κριθάρι. Αν δεν τον προσέξεις, δεν ξεχωρίζει.
Έτοιμα λοιπόν τα δρεπάνια και τα δεματικά από σίκαλη. Τη σίκαλη αυτή την έσπερναν κάτω από γκορτσιές ή από δέντρο, για να πάρει ύψος. Φτάνει τα δυο μέτρα και είναι κατάλληλη για τα δεματικά.
Έτοιμο και το αλώνι. Σκουπισμένο προσεκτικά, περίμενε τα δεμάτια για το αλώνισμα.
«Καλή μέρα. Καλές διαφορές. Με καλό να τα φάμε».
Ακούγονται φωνές και τραγούδια από παντού. Ξέλαση. Παρέες πολλές.
Ο κούκος το λέει ψηλά στον Ανεμιστό. Ακούς γίδια με τροκάνια, με μεγάλες μπούμπουζες, κυπριά, κουδούνια προβάτων. Τσοπάνηδες με τους ζουρνάδες τους σ’ όλες τις ραχούλες και τα βουνά. Να περιμένουν να μάσουν τα χερόβολα, να πάνε τα κοπάδια να βοσκήσουν τις καλαμιές, στα θερισμένα χωράφια.
Όλοι με χαρά θερίζουν, μαζεύουν τα χερόβολα, δένουν τις κουντούρες. Και να τραγουδούν «Παπαδοπούλα θέριζε σ’ένα βαθύ σιτάρι».
Θυμάμαι τον πατέρα μου, το Θανάση Κομνηνό, να το τραγουδάει. Ας το γράψουμε, να το θυμηθούν οι γέροι, να το μάθουν οι νέοι.


«Παπαδοπούλα θέριζε σ’ένα βαθύ σιτάρι
κι έργους έργους θέριζε κι έργους δεμάτια δένει
και στο δεμάτι ακούμπησε και το παιδί γεννήθει
και στην ποδιά της τόβαλε, να πάει να το πετάξει.
Μια περδικούλα αγνάντευε μέσα από τη φωλιά της.
Μωρ πού τον πας το Βασιλιά, μωρ πού τον πας το Ρήγα,
που γω χω δεκαοχτώ πουλιά, κανένα δεν αρνιέμαι.
Κι αν πέσει αϊτός και πάρει δυο, θα χάσω τη λαλιά μου
και θα βρω μαύρη καψαλιά, να βάψω τα φτερά μου».

Γυναίκες, άντρες θέριζαν και με τα μουλάρια κουβαλούσαν τα δεμάτια και τα έριχναν στο αλώνι. Απλωμένα για να στεγνώσουν και να κόβεται η καλαμιά πιο εύκολα.
Τη μέρα του αλωνίσματος είχαν τη δανεικαριά με τα μουλάρια. Ο ένας πήγαινε τα ζα στον άλλο. Σε ογδόντα κουντούρες θα έπρεπε να βάλουν τέσσερα μουλάρια. Στην άκρη έδεναν πάντα τα γοργά ζα για να έρχονται πιο γρήγορα.
Ένας από τους αγωγιάτες έφερνε με το καμουτζί τα μουλάρια, οχτώ με δέκα τριχιές.
Οι άλλοι με τα δικριάνια γύριζαν στο αλώνι το άχυρο για να κοπεί καλά. Με το φτυάρι έπιαναν τον καρπό και τον έριχναν πάνω από τα άχυρα. Και ξανά τα μουλάρια από την αρχή.
Στο τέλος έβαζαν τα ζα για νερό και οι αγωγιάτες μάζευαν στο κάτω μέρος του αλωνιού το σωρό. Ύστερα θα κάθονταν για φαϊ και πιοτό. Και οι ευχές «Χίλια μόδια και ο σπόρος χώρια και καλοφάγωτος».
Αν είχε αέρα ακολουθούσε το λύχνισμα και το δριμόνισμα. Χώριζε το άχυρο από το γέννημα. Το άχυρο στην αποθήκη για τα ζώα και το γέννημα στο κασόνι για την οικογένεια.
Τέλειωναν τα αλώνια, συνέμπαζαν τη σοδειά. Ώρα να πάει ο νοικοκύρης για άλεσμα. Δυο φορτώματα για το μύλο. Και έπρεπε να ξεκινήσει νύχτα, να μην τον περάσουν άλλοι. Πήγαιναν στην Καρκαλού, στη Σολομίνα, στον Μπαρμπίνη, στη Δημητσάνα. Καμιά φορά και στου Λαγάφλη, πολύ μακριά.
Το αλεύρι αυτό θα ήταν για μαγειρέματα, για το ψωμί. Αν και για το ψωμί χρησιμοποιούσαν πιο πολύ κριθάρι και αραποσίτι. Τα ανακάτευαν και το αλεύρι το έλεγαν ανάκατο. Σιταρένιο ψωμί σπάνια θα έτρωγαν. Έτσι ήταν τότε η ζωή.
Με το τέλος του θέρου άρχιζε το τζίφισμα. Κορφολογούσαν το αραποσίτι και στη συνέχεια το θέριζαν. Όλα τα αραποσίτια τα μάζευαν σε αλώνια. Εκεί γυναίκες και άντρες, σε ξέλαση που λέμε, τα ξεφύλλαγαν, τα έλιαζαν και όταν ξεραινόντουσαν καλά με ειδικά ρόπαλα, τα διπλά, τα στούμπαγαν, να βγουν τα σπυριά του αραποσιτιού. Τα έλιαζαν ξανά και μετά τα αποθήκευαν σε κασόνια.
Τα περισσότερα χτήματα του χωριού ήταν ξερικά. Ποτιστικά ήταν στου Τσουκαλά, στη Χαλικόβρυση, στου Βυζίτσι, στου Μαζαράκη, του Στεφανόπουλου από τη Δημητσάνα. Τα τελευταία χρόνια που μας πήραν τα νερά έμειναν και αυτά ξερικά. Τότε το αραποσίτι το κάναμε ψωμί. Τώρα το τρώνε τα πρόβατα. Άλλες εποχές, άλλες συνήθειες.

Παπαδοπούλα Θέριζε
Εκτέλεση: Κώστας Παυλόπουλος

 



ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.