Σκιαγράφηση των Μαστόρων της Πέτρας

Ένα επάγγελμα που χάνεται

Νίκου Γ. Παπαγεωργίου

Ό
ποιος αποφασίσει ν’ ασχοληθεί με τους τεχνίτες της πέτρας,
τους μαστόρους της Αρκαδίας και της ευρύτερης περιοχής, Θα πρέπει να λάβει υπ’ όψη του τους Λαγκαδινούς μαστόρους.
Οι λαϊκοί αυτοί αρχιτέκτονες φαίνεται ότι δίδαξαν την Τέχνη σε αρκετά ομότεχνα χωριά της Γορτυνίας όπως: Σέρβου, Μπουγιάτη (Λυσαρέα), Κατσουλιά (Περδικονέρι), Βρετεμπούγα (Δόξα), Ζουλάτικα (Αετοράχη), κ.ά.

Άλλες περιοχές που παρήγαγαν μαστόρους της πέτρας, εκτός από τη Γορτυνία, είναι: τα Καλάβρυτα, η Κυνουρία. Η γεωγραφική διάπλαση του ορεινού του εδάφους του Μοριά και ιδιαίτερα της Αρκαδίας φαίνεται ότι έπαιξε σημαντικό ρόλο, τόσο στην ανάπτυξη του επαγγέλματος, όσο και στην προσφορά και άλλων υπηρεσιών πολύ πέραν της Αρκαδίας. Στην Αρκαδία από αρχαιοτάτων χρόνων πλεόναζε εργατικό δυναμικό. Ζητούσε και εύρισκε διέξοδο, είτε δημιουργώντας αποικίες, είτε μίσθωνε τις πολεμικές του υπηρεσίες, είτε ακόμη ζητώντας εργασία. Είναι γνωστοί από τον 60 αι. π.Χ. «οι περίφημοι ακοντισταί μισθοφόροι εξ Αρκαδίας».1, όπως και οι «Μύριοι» του Ξενοφώντος».2 κ.ά.
Πότε ξεκίνησαν
Αφού λοιπόν δεχόμαστε ότι οι διδάξαντες την τέχνη στη Γορτυνία είναι οι Λαγκαδινοί μαστόροι, θα πρέπει να προσδιορίσουμε από πότε ξεκίνησαν. Το 1970 ο αείμνηστος φίλος Χρήστος Γ. Κωνσταντινόπουλος εξέδωσε την ιστορικολαογραφική μελέτη «Οι Λαγκαδινοί μαστόροι». 3 Ο γράφων του παραχώρησε όσα στοιχεία είχε, και το αναφέρει. Ασχολούμενος, ο γράφων με την παρούσα σύντομη σκιαγράφηση, λαμβάνει υπ’ όψη του και το προαναφερθέν πόνημα.
Με το Θέμα ασχολήθηκαν, καθ’ όσον γνωρίζουμε οι κατωτέρω και γράφουν τα εξής:

Α) Ο άγνωστος Λαγκαδινός λόγιος του 19’ αι. στην ύλη που διασώθηκε στο ανώνυμο χειρόγραφο γράφει: «Το δε κάταντες του τόπου εφ ου ωκοδόμητο η πόλις το κλινουσόν προς την μεσημβρινόν μέρος... καθωδήγησε τους κατοικούντας να επεξεργασθώσι την οικοδομήν δι ης απολαμβάνωσι ήδη τα προς το ζην αναγκαία... »4.
Β) Ο ιστορικός Τάκης Χ. Κανδηλώρος: «Εις τους ζοφερούς τούτους χρόνους (της Τουρκοκρατίας) ανάγεται και η κτίσις των Λαγκαδίων και Μαγουλιάνων. . . »5
Γ) Ο Π. Πεφάνης, Γυμνασιάρχης το 1958 στα Λαγκάδια: «Πότε χτίστηκαν τα Λαγκάδια δε μας είναι γνωστό ακόμα. Οι γνώμες που μέχρι σήμερα διετυπώθηκαν δε συμφωνούν μεταξύ τους. Οι περισσότερες θεμελιώνονται στους θρύλους και στις παραδόσεις. Είναι αλήθεια πως σι θρύλοι, οι παραδόσεις και τα παραμύθια είναι ευχάριστα πράγματα».6
Δ) Ο Π. Σινόπουλος, αφού έλαβε υπ’ όψη του τα όσα δημοσιεύτηκαν στη «Ηχώ των Λαγκαδίων», γράφει: «Τα Λαγκάδια κατωκήθηκαν το πρώτον κατά τα μέσα του 8ου μ.Χ. αιω. από Σλάβους παρά των οποίων έλαβον το όνομά των. Μετά την αποχώρηση των Σλάβων περί τα μέσα του 10ου αιω. κατωκήθηκαν από οικοδόμους Έλληνες καταγομένους από τα μαστοροχώρια της Επαρχίας Κονίτσης της Ηπείρου. Άλλως τε και η παράδοσις λέγει ότι σι Λαγκαδινοί κατάγονται από Ηπειρώτες».7
Ε) Ο ιστοριοδίφης Θάνος Βαγενάς, λαμβάνοντας αφορμή από το προηγούμενο, γράφει: «Τα «Λαγκάδια», λέει ήταν «κέντρον προϊστορικών χρόνων»!.Κι όμως ο «ιστορικός» των Λαγκαδίων δεν ξέρει τίποτε!. όπως δεν ηξέρει και για τον συνοικισμό του 746-768 μ. Χ..8.
ΣΤ) Ο Λαγκαδινός λογοτέχνης Χρ. Γ. Νικήτας : «Εφτά ολόκληρους αιώνες — από τα χρόνια της Φραγκοκρατίας του ΙΓ’ αι., ως το 1940 - το λαγκαδινό σφυρί χτύπαγε ρυθμικά σ’ όλον το Μοριά.9
Η άποψη αυτή δεν φαίνεται να ευσταθεί, για τον λόγο ότι αν είχε γίνει η μαζική αυτή μετακίνηση πληθυσμού, 300 περίπου χρόνια αργότερα τα Λαγκάδια δεν θα είχαν πληθυσμό 46 οικογένειες, όπως παρουσίασε ο Τούρκος Αναπλ. Καθηγητής Λεβέντ Καγιαπινάρ και η σύζυγός του Αϊσέ, Αναπλ Καθηγήτρια, με τη βοήθεια του Δημητσανίτη Καθηγητή Ηρακλή Μήλα. Μέρος της όλης εργασίας, που αφορά κυρίως τη Δημητσάνα, δημοσιεύτηκε στα «Γορτυνιακά» τ.4ος 10. Τα στοιχεία αυτά χαρακτηρίστηκαν από έγκυρους ιστορικούς «ανεκτίμητος θησαυρός», και παρουσιάζουν την ίδια εποχή (1461) άλλες κωμοπόλεις της περιοχής να έχουν πληθυσμό σε σπίτια: Στεμνίτσα 194, Δημητσάνα 168, Αρτοζήνος 132. Οι 120-140 οικογένειες που αντιστοιχούν στους 600 «μετακινηθέντες» από την Άκοβα, στα 300 χρόνια που μεσολάβησαν, θα είχαν πολλαπλασιαστεί. Αντί αυτού υπάρχουν την ίδια εποχή μόνο 46!
Ζ) Ο Β.Ι. Τσαφαράς, Γυμνασιάρχης, γράφει ότι όταν χτίστηκε το Κάστρο της Άκοβας, το πρώτο μισό του ΙΓ’ αι. από τους Φράγκους, οι τεχνίτες που εργάστηκαν, εξακόσιοι τον αριθμό, εγκαταστάθηκαν ομαδικά στα Λαγκάδια. Καταφεύγει στους Αναστ. Γούδα, Γλαύκο Μαρκόπουλο, Τ Χ. Κανδηλώρο και την εγκατάσταση αυτή συνδέει με την καταγωγή της μεγάλης οικογενείας των Δεληγιανναίων και καταλήγει: «Αρχικώς οικισμός των Λαγκαδίων έγινε κατά τας αρχάς του ΙΓ’ αι. (περί το 1210), από τους πρωτομαστόρους, μαστόρους και εργάτες που έκτισαν το Κάστρο της Άκοβας.... Επί Τουρκοκρατίας προσέφυγαν εις αυτά δια λόγους περισσοτέρας ασφαλείας και οι κάτοικοι των χωρίων Ντραΐνας, Άρβιτσας, και Κρέσπι, ως και οι περισσότεροι από τους κατοίκους των πέριξ ποιμενικών συνοικισμών εις τας θέσεις Μεγαλέοι, Μπούφι, Κόρακας, Μέξια, Τσαπουρνιά Στερφόβρυση και Κουκουλίστρα. 11
Η) Ο Χρ.Γ. Κωνσταντινόπουλος γράφει στην «ιστορικολαογραφική μελέτη «Οι Λαγκαδινοί μαστόροι».12 «Μου φαίνεται, πως είναι ορθότερο ν’ αντικρίσουμε το Λαγκαδινό οικοδόμο σα δημιούργημα του φυσικού και κοινωνικού του περιβάλλοντος... .Η Αρκαδία, κυρίως όμως η Γορτυνία είναι άγονη.. .Τότε οι ευκαιρίες για απασχόληση δεν ήταν πολλές»13
Κλείνοντας την παρένθεση της καταγωγής, θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη μας την επικρατούσα άποψη ότι οι Λαγκαδινοί διδάχτηκαν την τέχνη από τους Βορειοηπειρώτες. Επίσης και το γεγονός ότι προ ετών ο γνωστός Ηλίας Γιαννικόπουλος έκαμε πρόταση να γίνει αδελφοποίηση της κωμοπόλεως των Λαγκαδίων με την Πυρσόγιαννη, η οποία εκκρεμεί.


Η οργάνωσή τους

Η Κατασκευή ενός έργου απαιτούσε αρκετά άτομα διαφόρων ειδικοτήτων, (τώρα γίνεται με μηχανήματα), όπως και ανάλογα ζώα για την
μεταφορά των υλικών. Προς τούτο καταρτιζόταν το «μπουλούκι»,
από το τουρκ. bolvk ή η «κουμπανία», από το ιταλ. Compa-guia, ή ακόμη το σινάφι ενσάφι. Εμείς προτιμούμε το «συντεχνία» που την αποτελούσαν 15-20 άτομα και ισάριθμα Περίπου ζώα.


Ιεραρχία-αμοιβή
Ιεραρχικά η συντεχνία χωρίζονταν: στους μαστόρους, με πρώτο τον πρωτομάστορα, τους τριώτες, τα μαστορόπουλα. Οι τριώτες ήσαν οι μαθητευόμενοι τεχνίτες, γι’ αυτό και έχτιζαν εσωτερικά. Ήσαν κάτι ανάλογο με αυτό που λέγεται σε άλλα επαγγέλματα: ραπτών υποδηματοποιών, κάλφας από την αραβ-τουρκ. kalfa = μαθητευόμενος τεχνίτης. Ακολουθούσαν τα μαστορόπουλα. Μετέφεραν τις πέτρες με τα ζώα, ανέβαζαν τα υλικά από τις ελικοειδείς σκαλωσιές στους μαστόρους. Ξεχωριστή ειδικότητα είχε ο λιθοξόος (πελεκάνος), που με το χτένι του (είδος σφυριού) λάξευε τις πέτρες Ενδιάμεσα υπήρχαν: ο νταμαρτζής ή λιθαράς που είχε αποστολή την εξόρυξη της πέτρας, και ο λασπιτζής που παρασκεύαζε τη λάσπη.
Ο πρωτομάστορης, θα μπορούσαμε να τον πούμε primus inter pares=ι πρώτος μεταξύ ίσων, ήταν κατά κανόνα ο ικανότερος. «Σήκωνε αγκωνάρι», όπως έλεγαν όταν ήθελαν να πουν ότι ο τάδε είναι ικανότατος τεχνίτης. Έχτιζε δηλαδή το πιο απαιτητικό και καλαίσθητο μέρος της οικοδομής: το «πελεκητό» αγκωνάρι, όπως και τις καμάρες στα υπέρθυρα και τ’ ανακουφιστικά τόξα. Ο ίδιος ο πρωτομάστορης μαζί μ’ ένα μάστορη και ένα «χαζό» ή προσποιούμενο τον «χαζό» έκαμαν την συμφωνία, την οποία υπέγραφε ο πρωτομάστορας. Η αποστολή του «χαζού» ήταν κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων να λέγει, όταν πλησίαζαν σε συμφωνία:
—Δεν συμφέρει!
Ανάλογη με την ιεραρχία ήταν και η αμοιβή. Ο πρωτομάστορας και οι μαστόροι-τεχνίτες έπαιρναν ένα πλήρες ημερομίσθιο. Οι τριώτες τρία τέταρτα, απ’ εδώ και το «τριώτης που λανθασμένα έχει γραφεί 2/3, και τα μαστορόπουλα, όπως και τα ζώα, μουλάρια, γαϊδούρια μισό.


Ετήσια ταξίδια
Τρία ήσαν τα ταξίδια που πραγματοποιούσαν οι μαστόροι: το ανοιξιάτικο, μετά το Πάσχα, το Αυγουστιάτικο, μετά των Αγίων Αποστόλων, και το Φθινοπωρινό ή Χειμωνιάτικο, μετά του Αγίου Δημητρίου, που είχε τελειώσει η σπορά των δημητριακών, η οποία στα ορεινά γίνεται ενωρίς.
Οι προορισμοί ήσαν οι εύφοροι νομοί της Πελοποννήσου, τα Επτάνησα, ακόμη και η Στερεά Ελλάδα. Είναι γνωστή και πολύ διαδεδομένη η ιστορία που συντεχνία Λαγκαδινών μαστόρων περνώντας από την Αθήνα επισκέφθηκε τον συμπολίτη τους πρωθυπουργό Θεόδωρο Δεληγιάννη, και του ζήτησε να τους εύρει κατάλυμα για τους ίδιους και στέγη για τα ζώα τους.
Επίσης χρειάζεται ν’ αναφερθεί πως ομάδα Σερβαίων μαστόρων έγραψε το 1936 επιστολή στον δικτάτορα πρωθυπουργό Ιω. Μεταξά, και του ζητούσε εξεύρεση εργασίας. Έλαβαν αμέσως απάντηση υπογεγραμμένη από τον ίδιο που τους προσέφερε εργασία. Πήγαν και εργάστηκαν επί μακρόν στα κατασκευαζόμενα οχυρά του Ρούπελ, στην ελληνοβουλγαρική μεθόριο, όπου τον Απρίλιο του 1941 οι ελληνικές δυνάμεις αναχαίτισαν τις δυνάμεις του Χίτλερ.
Οι ίδιοι ήσαν περιζήτητοι και στα έργα της κατασκευής του ΥΕΣ του Λάδωνος 1951-1955. Η δήλωση της καταγωγής τους ήταν αρκετή ώστε το ημερομίσθιο από για 25 δρχ. να γίνεται 40!


Πιεστικές ανάγκες
Πόσες φορές είχαμε ακούσει, γιατί το άγχος της συλλογής της προίκας των κοριτσιών ήταν απερίγραπτο, που η μία «ακολουθούσε» την άλλη ως προς την ενηλικίωση:
Τραναίνουνε «μεγαλώνουνε» σαν να τις τραβάς από τα μαλλιά...! Συχνά ακούγαμε το ακόλουθο:
Χά, Κίτσο μ’ χά,
στη Μεσσένια για δουλειά
να παντρέψουμε τα τσιουπιά!
Συνθήκες ζωής
Οι συνθήκες της ζωής των συντεχνιών ήσαν από στερημένες έως άθλιες. Απλώς ανεκτές ήσαν όταν η «δουλειά» που αναλάμβαναν να κατασκευάσουν ήταν σύ(ν)ψωμη. Δηλαδή ο εργοδότης που του κατασκεύαζαν το σπίτι, είχε την απορρέουσα από τη συμφωνία υποχρέωση να τους παρέχει φαγητό. Διαφορετικά στερούνταν τα πάντα. Κυρίως τα μαστορόπουλα. Απ’ εδώ και ο πόθος:
Πότε Θα γίνω μάστορης, να φα κεφάλι πράσο: Διότι έτρωγαν μόνο τα φύλλα.
Εκτός αυτού ζούσαν υπό συνεχή πίεση, και άκουγαν συχνά την απειλητική φράση:
Θα δουλέψει Πρωτοπαπαδάκης...! Δηλαδή θα τους διχοτομήσουν το ημερομίσθιο, και θα εισπράξουν το μισό, όπως έκαμε με τα χαρτονομίσματα το 1922 ο υπουργός Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης14
Μία χαρακτηριστική αναφορά:
Ο Στυλιανός Μιχ. Σχίζας από Σέρβου δούλευε κατά την γερμανοιταλική Κατοχή στο Μαυρομάτι Μεσσηνίας. Η αμοιβή ήταν σε είδος, εν προκειμένω σε λάδι, δεδομένου ότι τα χρήματα είχαν χάσει παντελώς την αξία τους. Μετά το πέρας της εργασίας τοποθέτησε το λάδι σε μεγάλο πήλινο δοχείο (στάμνα), το ζαλικώθηκε (συνηθ.) ζαλώθηκε ο ίδιος και ξεκίνησε για την ορεινή Γορτυνία. Φθάνοντας στο Λυκούρεσι Ηραίας, το δοχείο έσπασε και οι κόποι χάθηκαν...! Η σύζυγός του προσπαθούσε στην υπαίθρια Κοινοτική βρύση του χωριού, χρησιμοποιώντας σταχτόνερο-θολόσταχτη-αλισίβα, και φύλλα συκιάς να καθαρίσει τα λαδωμένα ρούχα....
«Μάνα δεν ξέρεις να μαγερεύεις!»
‘Ενα μαστορόπουλο απουσίαζε επί μακρόν από το ορεινό χωριό της Γορτυνίας. Έτυχε οι δουλειές που «έπαιρνε» η συντεχνία να είναι σύ(ν)ψωμες). Έχοντας το «αφεντικό» λάδι αρκετό, ιδίας παραγωγής, χρησιμοποιούσε ανάλογο και στην παρασκευή των φαγητών.
Ερχόμενο στο ορεινό χωριό και τρώγοντας το φαγητό της μάνας του με την ελάχιστη «αρτυμή», είχε ρίξει 2-3 «σιδεροκουταλιές» της σούπας λάδι, το βρήκε άγευστο και της είπε:
Μάνα δεν ξέρεις να μαγερεύεις...! Και τότε ‘κεινη του απάντησε:
Καλό ‘ναι το ρουπακόφυλλο με το ροϊ το λάδι, παιδάκι μου!
Δηλαδή, ακόμη και ρουπάκι (το φύλλο του θάμνου της δρυός), που ως κάποιο σημείο το περιφρονούν και οι κατσίκες, αν το μαγειρέψεις και το αρτύσεις με ένα ροϊ λάδι, θα γίνει νόστιμο...!
Οι κάτοικοι των εύφορων περιοχών της Πελοποννήσου, οπωσδήποτε δεν ζούσαν με στερήσεις, διότι η γη τους παρήγαγε αγαθά. Οι στίχοι που ακολουθούν από την νουβέλα του Θ. Κ. Τρουπή «Ανθρωποι της σκαλωσιάς», είναι ενδεικτικοί της προτιμήσεως των μαστόρων:
Πού πάτε μαστορόπουλα; Πού πάτε μαστοράδες;
Πάμε κατά την Αχαγιά, που βγαίνουνε παράδες.
Τον Αύγουστο στην Αχαγιά, μαστοροπαίδι να’ σαι, Να τρως, να πίνεις, να κερνάς και να καλοκοιμάσαι.15


Προσφορά κατά το 21
Κατά την Εθνεγερσία οι Λαγκαδινοί δεν προσέφεραν μόνο με τον στρατηγικό τους νου, όπως Δεληγιανναίοι, Θεοφιλόπουλος, Κίντζιος, Παπασταθούλης και πολλοί άλλοι, αλλά και ως κτίστες.

Όταν άρχισε η πολιορκία της Τριπολιτσάς με υπόδειξη του Κολοκοτρώνη άρχισαν να κατασκευάζουν ταμπούρια. Οι Λαγκαδινοί, το σώμα των Δεληγιανναίων και του Κίντζιου έχτισαν τα καλύτερα. Ο Κολοκοτρώνης τους επαίνεσε.
Είμαστε χτίστες, του απάντησαν.(16)
Στη συνέχεια ο Αντιπρόεδρος της Γερουσίας γράφει:
«... σι επιφέροντες το παρόν Λαγκαδινοί κτίσται ήταν απεσταλμένοι εις Νεόκαστρον δια να διορθώσουν τα χαλασμένα μέρη του φρουρίου... από έρανον οπού ηθέλατε συνάξει δώσατε δια τους κόπους των όθεν φθάσαντες εις Λαγκάδια, γρόσια 259.10... Υγιαίνοιτε
Την 12 Σεπτ. 1822, Τρίπολις, Ασημ. Φωτήλας
Ο Αντιπρόεδρος Νικ. Σπηλιάδης»
Ο Αρχιγραμματεύς Αναγν. Παπαγιαννόπουλος17
Την ίδια εποχή (9/9/1822), βρίσκουμε «έγκριση της Γερουσίας να πληρωθούν 18 μαστόροι (Λαγκαδινοί) όπου πηγαίνουν εις Δερβενάκια δια τους Πύργους»,18 και στη συνέχεια σε αρκετές περιπτώσεις «να πληρωθούν τα ταΐνια τους» (φαγητό).
Στην Δραμπάλα κατά την ομώνυμη μάχη (6-7 Ιουνίου 1825), τότε που ο Ιμπραήμ εισέβαλε στην Αρκαδία, οι Λαγκαδινοί έφτιαξαν εντός μίας ώρας τα καλύτερα ταμπούρια. «Είχομεν — γράφει ο Κανέλλος Δεληγιάννης, — επέκεινα των χιλίων ανδρών από εργατικούς και κτίστας Καρυτινούς, και εντός μίας ώρας το κατασκεύασαν και ησφαλίσθημεν από τας προσβολάς και τας εφόδους των εχθρών».19


Αθάνατα έργα
Ο κατάλογος των αθανάτων έργων που άφησαν οι Λαγκαδινοί μαστόροι είναι μακρύς και ατελείωτος. Ενδεικτική μόνο αναφορά:
Γράφει ο Ν.Α. Βέης: «Επί Τουρκοκρατίας ανετίθετο αυτοίς η κατασκευή γεφυρών και οχύρωσις φρουρίων και άλλα τεχνικά έργα... »20
Για τους ίδιους ο Καθηγ. Ν. Κ. Μουτσόπουλος: «Ανεδείχθησαν πλέον τολμηροί και ικανοί εις ζεύξιν μεγάλων διαμέτρων και μάλιστα άνευ εξωτερικών αντηρίδων».21
Ο ξεχωριστός Αντ. Ρηγόπουλος «αυτοσχεδίως ανοικοδόμησε τους μεγαλοπρεπείς της εποχής εκείνης ναούς.. .και μέγα ειδωλείον των Οθωμανών εις Ναύπλιον, όπου και προνόμιο εις αυτόν εχορήγησαν».22 Ο ίδιος, σύμφωνα με την εντοιχισμένη επιγραφή είναι και ο πρωτομάστορας του Ι. Ν. του Τιμίου Προδρόμου Λαγκαδίων.23

Οι Λαγκαδινοί μαστόροι κατόρθωσαν ν’ οικοδομήσουν εντός 40 ημερών, το 1808, (αυτή τη χρονική προθεσμία τους είχε δώσει ο δυνάστης Τούρκος μη πιστεύοντας ότι θα το επιτύχουν), τους δύο περικαλλείς ναούς στα Λαγκάδια, των Ταξιαρχών και του Προδρόμου.24
Στο ίδιο Θέμα αναφέρεται στα «Πελοποννησιακά» και ο Πλ. Γιαννικόπουλος, παραπέμποντας σε εκτεταμένη βιβλιογραφία.25 Ο ίδιος κατόρθωσε ν’ αποκρυπτογραφήσει δύο δυσανάγνωστες επιγραφές που είναι εντοιχισμένες τον Ι. Ν Ιω. Προδρόμου Λαγκαδίων.26


Η γέφυρα τον Βαλαβάνη
Α
ιώνια μνημεία είναι και η «Γέφυρα του Βαλαβάνη,27 όπως και της «Κυράς το γεφύρι».28 Η γέφυρα του Βαλαβάνη είναι χτισμένη «επί βράχου με ένα τόξον και εις το στενότερον του

Kyras_giofiri
          Της Κυράς το γεφύρι.

 Αλφειού σημείον Παρά την θέσιν «Τρία Αλώνια» Βλαχόραφτη (Μάραθα).
Έχει ύψος 34 μέτρων, φάρδος τεσσάρων και μάκρος 20 περίπου. Χτίστηκε το 1880 με δαπάνες του Κράτους, αλλά ύστερα από επίμονες προσπάθειες του βουλευτή Αθ. Βαλαβάνη. Επί της γεφύρας υπάρχει η επιγραφή του Λαγκαδινού Κάτσαινου
Ο ΤΕΚΤΩΝ
ΑΝΤ ΚΑΤΣΑΙΝΟΣ 1880
.


Ως προς της «Κυράς το γεφύρι», για να δεχτούμε ότι είναι έργο των Λαγκαδινών μαστόρων, προϋποθέτει αποδοχή της απόψεως ότι τεχνίτες του Κάστρου της Άκοβας ήσαν οι πρώτοι οικιστές των Λαγκαδίων, δεδομένου ότι χτίστηκε τον ΙΓ’ αιω.29 Επίσης όταν αναφερόμαστε στης «Κυράς το γεφύρι», το οποίο έχει καλυφθεί από τα νερά της τεχνητής λίμνης του Λάδωνα, Πρέπει να έχουμε υπ’ όψη το αρχικό δίτοξο, διότι τα υπόλοιπα τρία τόξα χτίστηκαν το 1908 από τους Λαγκαδινούς μαστόρους.30


Το κουρασάνι
Σήμερα το τσιμέντο και γενικότερα το οπλισμένο σκυρόδεμα έχει κάνει πολύ άνετη την οικοδομική εργασία. Παλαιότερα δεν είχαν αυτές τις ευκολίες και χρησιμοποιούσαν άλλα υλικά. Σ’ ένα απ’ αυτά Θα αναφερθούμε

Korasani
 1830 Σπίτι Φώτη Δάρα
(σημερινή ιδιοκτησία Γκράβαρη)

Κάποια από τ’ αθάνατα έργα των μαστόρων έχουν αρμολογηθεί με υλικό που αντέχει στους αιώνες: είναι το κουρασάνι. Τα υλικά που χρησιμοποιούσαν για να το παρασκευάσουν είναι δύο κατηγοριώνμε αντίστοιχη αποτελεσματικότητα. Η πρώτη κατηγορία: κεραμίδι τριμμένο στο γουδί και στη συνέχεια «ζυμωμένο» με ασβέστη (χορήδι). Η δεύτερη: τριμμένο κεραμίδι, πάλι στο γουδί, και «ζυμωμένο» με ασπράδι αβγού. Είναι αθάνατο στεγανωτικό υλικό. Και σήμερα στα υλικά που χρησιμοποιούν οι αγιογράφοι, εμπεριέχεται ασπράδι αβγού.
Σημείωση: Ακόμη και έγκυρες εγκυκλοπαίδειες αγνοούν τη σύνθεση και αναφερόμενες π.χ. σε πανάρχαιη δεξαμενή της ν. Αντιμήλου, επί της κορυφής βουνού γράφουν, «για άριστον υδραυλικόν κονίαμα, χρησιμοποιηθέν από αρχαιοτάτων χρόνων... που ακόμη και σήμερον διατηρείται άνευ ρωγμών».Είναι το κουρασάνι...!
(Μαθητής ο γράφων άκουσε κατ’ επανάληψη στα Λαγκάδια να λέγουν ότι ο Ι. Ν. των Παμεγγίστων Ταξιαρχών, είναι αρμολογημένος με κουρασάνι. Μάλιστα έλεγαν ότι τότε (1808) κάλεσαν τις 700 οικογένειες της κωμοπόλεως να φέρουν από 50 αβγά η κάθε μία!)


«Εισαγωγή»... εθίμων...
Οι μαστόροι, τα μαστορόπουλα, εκτός από την αμοιβή σε χρήμα ή είδος, έφερναν και κοινωνικές ή πολιτιστικές συνήθειες, εντελώς άγνωστες σε κάποια ορεινά χωριά. Διότι πώς αλλιώς εξηγείται, γυναίκες που δεν είχαν δει ποτέ θάλασσα, ή δεν είχαν ποτέ ταξιδέψει, να τραγουδούν στις γιορτές τραγούδια της θάλασσας και του κάμπου, όπως;
«Σε γυαλένια βάρκα μπήκα, και στην Καλαμάτα βγήκα».
«Βγήκα ψηλά στα διάσελα, κι’αγνάντιο στη Μπαρμπάσαινα».
«Για μια Γαργαλιανιώτισσα, πολλούς καημούς απόχτησα».
Και πολλά άλλα.


Ανέκδοτα - σάτιρες
Υπάρχει μακρύς κατάλογος από ανέκδοτα των μαστόρων. Τα περισσότερα εστιάζονται γύρω από το φαγητό...! Μία μόνο αναφορά: Η έλλειψη επαρκούς τροφής, σε συνδυασμό με την εξαντλητική εργασία, καθιστούσαν τους οργανισμούς τους να είναι σε διαρκή πείνα!
Μία ημέρα στη Μεσσηνία, σε μία στιγμή που έτυχε να είναι παρόντες όλοι στο «εργοτάξιο», μαστόροι, τριώτες, λασπιντζήδες, μαστορόπουλα που είχαν φθάσει και ξεφόρτωναν τις πέτρες, ένας μάστορης που είδε στο χώρο την «νοικοκυρά» φώναξε:
— ΌρεΚωσταντή! Από τώρα μέχρι το κολατσιό πού προφταίνουμε να πάμε;

     Πουθενά δεν προφταίνουμε γιατί είναι η ώρα για κολατσιό.
— Και αφού είναι η ώρα γιατί δεν ήρθε;
— Έχει νου της η Κυρά
Αμέσως η νοικοκυρά, ακούγοντας την ηχηρή ειδοποίηση, έσπευσε να φέρει τις τηγανίτες
— Κοπιάστε μαστόροι!
Κατέβηκαν, έπλυναν τα λασπωμένα χέρια τους στο δοχείο που είχε το νερό για τη λάσπη, τα σκούπισαν στις λερωμένες τους ποδιές και κάθισαν. Ενώ απολάμβαναν, η νοικοκυρά παρούσα, ο Κωσταντής μισοσηκώνεται και προσπαθεί ν’ αρπάξει την .. .ξαπλωμένη γάτα!
— Τι έπαθες Κωσταντή;
— Το πέρασα (νόμισα) ότι ήταν το παγούρι με τη ρακή. Το ακούει η νοικοκυρά.
— Το ξέχασα να το φέρω μαστόροι. Κι’ έσπευσε να το φέρει.

    
Συνθηματική γλώσσα...
Οι συνθηματικές γλώσσες ήσαν γνωστές και στην αρχαιότητα ανάμεσα στους μύστες των Ελευσινίων μυστηρίων, τους Ορφικούς και τους Πυθαγόρειους φιλοσόφους. Στα νεότερα χρόνια χρησιμοποιούνται από τα μέλη διαφόρων συντεχνιών ή άλλων ομάδων. Φαίνεται ότι ανεπτύχθησαν κατά την Τουρκοκρατία και κοιτίδα αυτών είχαν κατά το πλείστον την Ήπειρο.31
Τέτοιες ομάδες ήσαν οι χτενάδες του Κοσμά Κυνουρίας, οι χρυσοχόοι της Στεμνίτσας. Μία τέτοια γλώσσα, κράμα πολλών και άσχετων προελεύσεων, μιλούσαν μεταξύ τους, με μικρές παραλλαγές και οι Γορτύνιοι μαστόροι, κυρίως οι Λαγκαδινοί όταν ήθελαν να ειπούν κάτι που δεν έπρεπε ν’ ακούσουν άλλοι, λ.χ. «τ’ αφεντικό», είτε γιατί ήθελαν να κρύψουν μυστικά, που μόνο αυτοί έπρεπε να γνωρίζουν, ή να μεθοδεύσουν τις διεκδικήσεις τους.

 

Αναφέρουμε μερικές λέξεις: 

 

Αγιοδουλειά= έτσι αποκαλούσαν τη δουλειά τους Μαγκαρίνι = γαϊδούρι.
Ακόνι = σώπα, πάψε Μαζαράκι = κρέας.
Αράχωβα = πατάτα Μαλάτινα = παπαδιά.
Αρτοζήνος = ψωμί Μαλάτος = παπάς.
Ασημάκης = χρήματα Μαλατόπουλο = παπαδόπουλο.
  Μαλετσικάκι = παιδάκι.
Βελαζούδα = προβατίνα, γίδα Μαλετσικοπούλα = κορίτσι.
Βελαζούρι = πρόβατο, γίδι Μάνα = πρωτομάστορας.
Βερδίλης = γέρος, ηλικιομένος Μανόλης = τραχανάς.
Βερδίλω = γριά, ηλικιωμένη Μαντζαρία = φαγητό.
  Μαντζιόρω = νοικοκυρά.
Γιαπί = σπίτι Μαυροζούμι = καφές.
Γκούρα = πέτρα Μαυροχάβιαρο = ελιά.
Γκλιούμιστο = γάλα Μπαγιάκλα = λάσπη.
Γκαβίζω = βλέπω Μπάνικα = ωραία, όμορφα.
Γλυστερό = σαπούνι Μπούλιζα = κότα.
Γράζω = έχω Μπουλιάρεμα = ζητιανιά.
Γρίβας = ασβέστης. Μπουλιάρικα = η γλώσσα των μαστόρων.
Γριβέλι = γέννημα. Μπουλεύω = φεύγω.
  Μπουρνότο = τσιγάρο.
Δασκαλάκης = καφές.  
Δικηγόρος = ρέγγα. Ντρούμιζες = τριφτιάδες.
   
Ευρώπη = οικοδόμημα. Παρασκευάς = τρόπος απάτης.
  Πατέλος = χωροφύλακας, αγροφύλακας.
Ζαμπλαρίκος = τραχανάς. Πατσαβιά = χρήματα.
Ζαντεύω = χαζεύω. Περιστέρι = κρεμμύδι.
Ζάντεμα = κουταμάρα. Πιάστρες = λεφτά.
Ζαντός = κουτός, χαζός. Πίγκες = τσα ρούχα.
Ζαντούλης = χαζούλης. Πινίρι= τυρί
Ζαντούλα = χαζούλα. Πρίψτης = παπάς.
Ζαντούλι = χαζούλι. Πρωτοπαπαδάκης = μείωση ημερομισθίου.
   
Θάλασσα = σαρδέλα. Ρουσιας = τνρι.
  Ρογκόζικα = βυζιά.
Ιταλοί = (Ιταλιάνοι)= μακαρόνια  
  Σιαρλαγάνι = λάδι.
Καλαντζόγιαννη= παστό, χοιρινό. Σιότερος = ανόητο ς.
Καούρι = κρεμμύδι. Σιόρος = κρασί.
Κατάδικος = παστό, (χοιρινό). Σιορώνω = πι’νω, μεθώ.
Κατσαδορίζω = κλ... ω. Σιουραυλάω = κατουρώ.
Κατσαδόρι = π. . . δος. Σκάλα = ρύζι.
Καψτερό = κρεμμύδι. Στηλώλω = σωπαίνω, προσέχω.
Κερές = αφεντικό. Στήλω = σώπα.
Κέρτεζη = φασόλια.  
Κιούσης = μάστορης. Ταξιάρχης = ρολόι.
Κισκιλίζω = χ. . . ζω. Τζίκης = αγροςεύλακας.
Κισκίλισμα = χ. . .μο. Τζίψια = μάτια.
Κολοβή =τρόποςαπάτης. Τρανό χωριό = Λαγκάδια.
Κολοβό = χρήμα Τσιαλιμάκενα = γριά.
Κομοντόρες = ντομάτες. Τσιαχταϊζω = τρώγω.
Κότης = νοικοκύρης. Τούψα = σπίτι.
Κότενα = νοικοκυρά. Τσιουλάω = έρχομαι.
Κοτοπούλα = κορίτσι  
Κοτόπουλο = αγόρι. Φορέμενα = ρούχα.
Κουβαράς = κρασί Φόρτσελε = πάψε, σώπα.
Κρέκονας = μάστορης. Φωτερά = μάτια.
Κρεκονιά = η μαστοριά. Φωτερίζω = βλέπω.
Κρεκούκι = άμμος.  
Κύκαλος = σαρδέλα. Χαμουρεύω = χαϊδεύω τη γυναίκα. 32
   
Λιγδερή = ελιά.  
Λίμα = συζήτηση.  
Λουμίδης = καφές.  
   

 

 


 

«Πέρασε Παρασκευάς... !».
Πριν από πολλές δεκαετίες, Κυριακή του Πάσχα, μετά την «Ακολουθία της Αγάπης», ο γράφων υπήρξε αυτήκοος μάρτυρας του εξής διαλόγου μεταξύ δύο πρωτομαστόρων, ύστερα από τις ευχές της ημέρας.
— Πως πήγατε; (είχαν ταξιδεύσει, ο μεν στο χωριό Αητός της Τρυφυλίας, ο δε στην Αχαϊα)
— Καλούτσικα...
— Πόσο το ‘χατε (παρμένο), τον πήχη;
— Φτηνά, αλλά πέρασε και Παρασκευάς...
ο «Παρασκευάς» ήταν συνθηματική λέξη και σήμαινε τρόπο απάτης και εφαρμοζόταν με δύο τρόπους, ως εξής:
Όταν τελείωνε η εκσκαφή των θεμελίων, πριν αρχίσουν να χτίζουν, έβαζαν στα θεμέλια ένα ξύλινο λοστό τον οποίο όταν τελείωνε η οικοδομή, τραβούσαν έξω και μετρούσαν — υπολόγιζαν το εντός της γης τοιχείο στο οποίο πρόσθεταν όλο το μέχρι της οροφής, για να εύρουν τα κυβικά της οικοδομής. Αυτά παρουσία του «αφεντικού».
Σε κάποια στιγμή, λίγο δίπλα, χτυπούσαν με σιδερολοστό και άνοιγαν βαθύτερη τρύπα. Μέσα σ’ αυτή τοποθετούσαν τον ίδιο ξύλινο λοστό — οδηγό. Μ’ ένα χτύπημα ο λοστός πήγαινε αρκετά βαθιά, οπότε απ’ εκεί μετρούσαν στο τέλος τον όλο όγκο της οικοδομής.
Οάλλος τρόπος ήταν επιφανειακός. Γινόταν όταν τελείωνε η οικοδομή και έπρεπε να μετρήσουν. Κρατούσε ο ένας ένα σπάγκο στη γωνία — αγκωνάρι, παρόντος του «αφεντικού». Ο άλλος τον τέντωνε και έπιανε με το αριστερό χέρι το σημείο που έφτανε ως το άλλο αγκωνάρι, τη γωνία. Άρχιζαν να μετρούν το σπάγκο με το μέτρο. Στο μεταξύ ενώ κρατούσε το σπάγκο με το ένα χέρι το άφηνε και το κρατούσε με το άλλο. Εν τω μεταξύ είχε προσθέσει αρκετά εκατοστά...!
Ωδή στον κτίστη
Ο γνωστός για τις ευαισθησίες και ικανότητές του, ιστορικός ερευνητής Λαγκαδινός Ηλίας Γιαννικόπουλος έγραψε την ακόλουθη ωδή για τον Λαγκαδινό κτίστη:

 


Με το σφυρί σου σύντροφο και με το ράμα φίλο
πλανιόσουν ασταμάτητα μέχρι να ‘ρθεί βραδιά
κι όπου σαλεύανε της γης τα στήθια σαν το φύλλο

ασάλευτα κει στήλωνες πετρόκορμα παιδιά:


Μικρά και φτωχοκάλυβα στης ερημιάς τη στράτα
Κι ολάσπρα σπίτια στου χωριού την ώριαν αγκαλιά
Γιοφύρια ριζοθέμελα — της τρικυμιάς τκάστρα —

Παλάτια μαρμαρόχτιστα. ξωκλήσια τ’ Άη Λιά
Καμπαναριά
πελεκητά στρατώνες και σχολειά
Και μεγαλόπρεπους ναούς πολύθολους, ως τ’ άστρα!


Αθάνατα τα έργα σου! Σα σμίλη του Φειδία
το ταπεινό σου το σφυρί μ’ αξία περισσή!
Είσαι μικρός Δημιουργός κι’η προσταγή ‘ναι Θεία!

μιά πλάση μες την πλάση Του να χτίζεις, χτίστη εσύ!33

 

Από την ΕΠΕΤΗΡΊΔΑ «ΜΑΡΑΘΑ» 2012


Β Ι Β ΛΙ Ο Γ ΡΑ ΦΙΑ
1. Νεώτερον Εγκυκλ. Λεξικόν «Ηλίου», τ. ΙΕ’, σ. 138.
2. «Ξενοφώντος Ελληνικά», πολλάκις.
3. Χρήστου Γ. Κωνσταντινόπουλου: «Οι Λαγκαδινοί μαστόροι, ιστορικολαογραφική μελέτη», Αθήνα 1970.
4. Εφημ. «Ηχώ των Λαγκαδίων», Δεκ. 1960, Ιαν., Φεβρ., Μάρτιος 1961.
5. Τάκη Χ. Κανδηλώρου, «Γορτυνία», σσ. 109-110.

6. Παν. Γ. Πεφάνη, Γυμνασιάρχου, «Τα Σχολεία των Λαγκαδίων», Αθήναι
1958, σ. 14.
7. Εφημ. «Ηχώ των Λαγκαδίων» ό.π., φ.31-6/11/1961, σ. 3.
8. «ΑΡΚΑΔΙΚΑ», εκδ. Κεντρ. Αρκ. Μελετών, ιδρυτής Θ. Κ. Βαγενάς, Χρον. Δ’-τευχ. 1, σ. 25.
9. «Χρονικά των Αρκάδων», εκδ. ΠΟΕ. τ. Β’, 1960, σσ. 170-171.
10. «Γορτυνιακά» τ. 4, έκδοσις της Δημ. Βιβλιοθήκης της Σχ. Δημητσάνας, σσ. 241-266.
11. Βασ. Ι. Τσαφαρά, συντ. Γυμνασιάρχου, «Λαογραφικά Γορτυνίας», Αθήναι
1963, σσ. 11, 12.
12. Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλου, ό.π., σ. 11
13. Ό.π. σ. 5.
14. Εγκλ. Λεξ. «Ηλίου», ό.π., τ. ΙΘ’, σ. 258
15.Θ.. Τρουπή «Ανθρωποι της σκαλωσιάς», Λάρισα 1959, σσ. 19-20.
16. Σπ. Μελά, «Ο Γέρος τον Μοριά», εκδ. Μπίρης 1967, σ. 227, και Φωτάκος σ.
143.
17. Αρχ Ελλ. Παλιγγενεσίας 1821-1832, Εκδ. Βουλής των Ελλήνων, τ. 9/1, σσ.
6-10, και τ. 16/9, σσ. 88.
18. Ό.π., τ. 16/9 σ76
19. Κανέλλου Δεληγιάννη Απομνημονεύματα, τ. Γ’, σ. 21.
20. Ν.Α.Βέη, Αρκαδικά χωρικά περιπαίγματα, «Αρμονία» 1902, σ. 14
21. Ν. Κ .Μουτσοπούλου, Η αρχιτεκτονική των εκκλησιών και μοναστηρίων της Γορτυνίας, Αθήναι 1956, σ. 119.
22. Ηχώ των Λαγκαδίων, ό.π. φ. 20/1/12/1960 ,σ. 3.
23. Πελοποννησιακά , τ. ΚΠ’, 2006, σ. 175.
24. Β. Ι. Τσαφαρά, ό.π., σ. 13
25. Πελοποννησιακά ό. π., τ. ΚΗ’, 2006 Αθήναι 2007, σσ. 163-180.
26. Ό.π., τ. ΚΗ’, 2005-6, σ. 421.
27.Π. Πολιτοπούλου, Το Βλαχόραφτη, εφ. «Φωνή της Αρκαδίας», φ. 237-
15/11/1978.
28. Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλου, Το χωριό μου Γλανιτσιά Μυγδαλιά, Αθήνα
1965, σσ. 75-96.
29. Χρ. Δ. Δημητρόπουλου «Γορτυνιακά», ό.π., σ. 145.
30. Χρ.Γ. Κωνσταντινόπουλου, Χρονικά της Γλανιτσιά ς, τεύχ. Γ’, Αθήνα 1961, σ. 34 .
31. Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλου, Λαγκαδινοί μαστόροι, ό.π., σ. 57.
32. Ό.π., σ.σ. 26,27,28.
33. Εφημ. Ηχώ των Λαγκαδίων, έτος Ζ’, φ. 79/31-12-1965.

 

 


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.