Το χρονόγραμμα αυτό για το χωριό και όσα κατέγραψα,  μέχρι τις 17 Αυγούστου,  πού έφυγα,  για να πάω στη Σάμο,  που παραθέριζε  ο  μεγάλος μου γυιός Κώστας, με την σύζυγό του και τα εγγόνια μου,είχα κατά νου,  να το δουλέψω για ανάρτηση στην ιστοσελίδα, αμέσως με την επιστροφή μου από το νησί,  για να είναι κοντά στην επικαιρότητα του  μήνα,  στον οποίο αναφέρεται,  αμιγώς,  με θέματα ευχάριστα.   Όμως οι  ενσκήψαντες,  πολύ κοντά ο ένας στον άλλο 6(εξι) θάνατοι των συμπατριωτών μας,  αδόκητοι,  ως επί το πολύ,  μου επέβαλλαν,  να συμπεριλάβω στη χρονική καταγραφή,ως ασπασμό και λίγα λόγια περι αυτών,  όσα  μου επέτρεπε,  η περίσκεψη της κοινής των ανθρώπων τύχης και η μνήμη μου.

Α. ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2026

        Όπως και τα προηγούμενα χρόνια,  από του μηνός Ιουλίου κατα κύριον λόγο και ύστερα,  οι αγαπητοί συμπατριώτες,  δειλά-δειλά, έρχονταν στο   χωριό για την, κατ΄ έτος,  παραμονή και αναψυχή τους,  άρχισαν να αποκτούν κίνηση και ζωντάνια οι γειτονιές,  να σπάει η μονοτονία της σιγής,  να γεμίζει κόσμο η αγορά,  να κτυπά πιο συχνά η καμπάνα της εκκλησίας,  για τις ιερές ακολουθίες και παρακλήσεις,στην Θεομήτορα,να συναντάς πιο συχνά αυτοκίνητα στον άξονα Σέρβου-Σαρρά,να είναι ανοικτά περισσότερες ώρες,   το καφενείο και το μαγαζί, να είναι ανοικτό και το μαγαζί του Νικ. Θ. Τρουπή,  τον οποίο με χαρά, παρά την προβεβηκυία ηλικία του,  είδαμε στο μαγαζί,  με τα παιδιά και τα εγγόνια του,  να κυριαρχεί η αίσθηση,  ότι η εκδήλωση του Συλλόγου τον 15 Αύγουστο,  θα είναι εφάμιλλη,  ενδεχομένως και καλύτερη της περυσινής και γενικώς, επλανάτο η προσμονή ευάρεστων και τερπνών γεγονότων,  πχ. ο εορτασμός της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος,  6 Αυγούστου,  στην «Απάνου Εκκλησιά»,  το πανηγύρι στη Ράχη και η μουσική βραδιά,  στην παλαιά  πλατεία του χωριού.

           Ο καιρός ήταν πολύ καλός,  χωρίς καύσωνα και με αρκετή δροσιά  ή και ψύχρα,  τις βραδινές και πρωινές ώρες,  να κοιμάσαι μ ε σεντόνι και ορισμένες  βραδιές με κουβέρτα,  να πέφτει κάποτε-κάποτε και μια ψιχάλα,  να θροΐζει το φύλλωμα των δένδρων στο φύσημα του ανέμου, να ξεκουράζεται το μυαλό στην καθαρή ατμόσφαιρα και το βλέμμα στον απέραντο γαλαζοπράσινο ορίζοντα.

           Η γειτονιά μου θύμιζε παλιές εποχές,  με τα φώτα στα σπίτια αναμμένα και τα παράθυρα ανοιχτά,  τις προσκλήσεις στα σπίτια για καφέ και κουβέντα,  μαρτυρίες ότι  εδώ  μένει  κόσμος.

            Το αποκορύφωμα της ανάστασης του χωριού,ολοκληρώθηκε τις ημέρες της παραμονής της Παναγίας,  με τις εσπερινές παρακλήσεις και τον μεγάλο εσπερινό  της 14ης  Αυγούστου και την Λιτανεία  της εικόνας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου,  μέχρι την «Ζαχαρού».

            Μετά την λιτάνευση της εικόνας και την αποχώρηση του εκκλησιάσματος,  άρχισε η πρόβα του μουσικού συγκροτήματος,  για την επακολουθήσασα γιορταστική εκδήλωση,  που διοργανώθηκε από το ΔΣ του Συλλόγου Σερβαίων και είχε εξαιρετική επιτυχία,  με χορούς και σκοπούς του τόπου μας και όλης της Ελλάδος,  κέφι και ζωντάνια,  φαγητό και  ποτό,  διάθεση και υπόσχεση για επανάληψη,  όσο θα κρατάμε επαφή με τις ρίζες μας.

             Συγχαρητήρια στους διοργανωτές και σε όσους αφανώς ή εμφανώς, συνέβαλαν στην επιτυχία της εκδήλωσης.

             Εδω, θα πρέπει να σημειώσω,  ότι την εκδήλωση έζησαν απο κοντά,  δια της παρουσίας τους και τα παιδιά του αείμνηστου Νικ.Κων. Σχίζα(Κωστόπουλου),που ήρθαν απο την Αυστραλία,   στο χωριό του πατέρα τους.

                Χρόνια πολλά σε όλους και η προστάτις του χωριού μας,να οδηγεί τις σκέψεις και τις πράξεις μας,  στο σωστό δρόμο,  επ αγαθώ του συνόλου των Σερβαίων

 https://www.viber.com/invite/2477aae4e22e380989c1b2c09452e8202b04111a0ee58572ac110e6e30b8b8cd

………………………………………………………………………………………………………..

Β. ΛΙΓΑ  ΛΟΓΙΑ,  ΑΝΤΙ  ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥ ΑΣΠΑΣΜΟΥ,  ΣΤΟΥΣ  ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ:

     Έχω και άλλοτε αναφέρει,  ότι το προσωπικό μας ταξίδι στην ζωή,  διαγράφεται και συνδιαμορφώνεται,  με τους συνανθρώπους μας,  από την παρουσία και την συμβολή ή την απουσία τους,  σε αυτή,  πχ Γονείς,  Δάσκαλοι,  συμμαθητές,  φίλοι,  κλπ,  ο δε βαθμός και η ένταση πρόσληψης του αντίκτυπου της συνύπαρξής μας,  δεν είναι ίδιος σε όλους,  ούτε η δράση και οι ικανότητες εκάστου,  αφήνουν, καθολικό αποτύπωμα στην κοινωνία και αξέχαστες  αναμνήσεις,  μίμησης και παραδειγματισμού.

      Συνεπώς προς τα παραπάνω και σε απόδοση τιμής και ασπασμού, στους, τελευταίως, εκδημήσαντες συμπατριώτες μας,  από του βήματος, της ιστοσελίδας του χωριού μας,αφου δεν παρέστην με φυσική παρουσία,  στην νεκρώσιμη ακολουθία,  καταθέτω,  όσα γι αυτούς,  έχω στην ψυχή και την μνήμη μου.

  1. ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΔΡ. ΚΟΥΤΣΑΝΔΡΕΑΣ

    Ο Γιάννης ήταν δύο χρόνια  μεγαλύτερος απο εμένα και τον γνώρισα, ως απορριφθέντα μαθητή Β΄τάξης Δημοτικού  (μεγάλο ψυχικό τραύμα η απόρριψη για ενα παιδί 8 χρόνων και πιο μεγάλο το λάθος του τότε εκπαιδευτικού συστήματος ,  να απορρίπτονται  οι μαθητές αυτής της ηλικίας),  όμως έγινε φίλος μου και όσο μπορούσα,  σαν δευτεράκι κι εγώ, τον βοηθούσα,  να πάει μπροστά. Τον θυμάμαι να πηγαίνει με τις γίδες και το μουλάρι τους,  στη τοποθεσία «Κακογιάννη»,  να βοηθάει στις αγροτικές δουλειές της οικογενείας του,  γιατί ήταν δυνατό παιδί και όπως συνέβαινε εκείνα τα χρόνια,  μετά το Δημοτικό,  ακολούθησε τον πατέρα του και τον αδελφό του Θοδωρή,  στη Μαστοριά. Όμως και οι λιγότερο επιδέξιοι  μαθητές εκείνων των χρόνων,  πρόκοψαν στη ζωή τους,  δημιούργησαν οικογένεια,  που σημαίνει ότι κάποιες αντιπαιδαγωγικές μεθοδεύσεις και πρακτικές,  δεν επέτυχαν του σκοπού τους και όπως μου είχε εκμυστηρευτεί κάποια φορά που τον είδα στο χωριό,  νομίζω στην κηδεία του μπάρμπα του Διαμαντή,  εκείνη η απόρριψη στο σχολείο και η αντίδραση των δικών του στο σπίτι,δεν έφυγαν  ποτέ απο την ψυχή του!

Παρά το οτι δεν είχαμε τα τελευταία πολλά χρόνια συναντηθεί,  δεν θα φύγει ποτέ απο την μνήμη μου,εκείνη η εικόνα του μαθητή Β΄και Γ΄ τάξης Δημοτικού,  που είμαστε μαζί,  καθώς και μία τηλεφωνική επικοινωνία,  στην Μεσσήνη.

Ελαφρύ το χώμα της Μεσσηνιακής γής που τον σκεπάζει!

Θερμά συλλυπητήρια στην οικογένειά του!                   

  1. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΚΩΝ. ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

           Η είδηση της αιφνίδιας φυγής  της Παναγιώτας,  από την ζωή, έστρεψε τον προβολέα της μνήμης,  στα  χρόνια της φοίτησής μας, στο Γυμνάσιο Λαγκαδίων και ιδιαιτέρως στα Σχολικά έτη 1967-1968 και 1968-1969, κατά τα οποία,  εκ του χωριού,  ανεβοκατεβαίναμε την «Τζικούλα»,  κατά τάξιν φοίτησης, οι εξής, μαθητές και μαθήτριες:

                      Σχ. Ετος  1967-1968

ΣΤ΄τάξη:  Μπόρα Διαμάντω του Κων.

Ε΄ τάξη: Δημόπουλος Νικόλαος του Ιωαν  και Δημοπούλου Γιαννούλα του Φωτίου.

Δ΄τάξη:  Κουτσανδρέας Ιωάννης του Πάνου

Γ΄τάξη:  Δημοπούλου Παναγιώτα του Κων .

Β΄τάξη:  Παγκράτης Κωνσταντίνος του Νικ. και

 Α΄τάξη:  7)Αναστασοπούλου  Γεωργία του Ιωαν.,  Βέργος Μαρίνος του Ηλία,  Γεωργακόπουλος Γεώργιος του Κων.,   Γκούτης Αθανάσιος του Κων.,    Δημοπούλου Ελένη του Φωτίου, Λιατσοπούλου Αγγελική του Μιχ., Μπόρας Νικόλαος του Δημ. Τρουπής Γεώργιος του Ιωαν.

                      Σχ.Ετος 1968-1969

            Εκτός της Διαμάντως η οποία απεφοίτησε, προστέθηκαν στους επαναφοιτήσαντες  του προηγουμένου έτους, οι: Βέργου Σοφία του Νικ,  Μιχόπουλος Παναγιώτης του Κων,  Παγκράτης Γεώργιος του Νικ,  Παγκράτης Ιωάννης του Χρήστου,  Ρουσιάς Ιωάννης του Μαρ,  Ρουσιάς Ιωάννης του Κων,  Στρίκος Σπυρίδων του Ιωάν.

         Εδώ,  για την βοήθεια της σκέψης μου, θα προσθέσω και την μαθήτρια της επόμενης σχολικής χρονιάς: Λιατσοπούλου Αγγελικής του Νικ,επισημαίνοντας,οτι απο  τους συμπορευθέντες μετ  εμού στον δρόμο της εκπαίδευσης,  εκείνων των χρόνων,  οι εξη(6) –(Αγγελική, Νίκος, Μαρίνος, Γεωργία, Γιώργος,  Παναγιώτα),  νεότατοι, έχουν φύγει από την ζωή και αυτό με στενοχωρεί πάρα πολύ,  αναδύθηκε δε έντονα η αίσθηση της απώλειας,  με τον θάνατο της Παναγιώτας, η οποία ήταν μια καλή μαθήτρια, με συμμετοχή στα δρώμενα του Γυμνασίου (πνευματικές ασκήσεις,  καλλιτεχνικές εκδηλώσεις και επετειακές εορτές). Την θυμάμαι επίσης,να πηγαίνει με τις γίδες και το μουλάρι,στα Παπαγεωργαίικα χωράφια στον «ΑΓΙΑΝΤΡΙΑ»,  όπως όλα τα παιδιά του χωριού.

           Θερμά συλλυπητήρια στην οικογένειά της!

  1. ΗΛΙΑΣ ΝΙΚ. ΣΧΙΖΑΣ

               Όταν έφυγε η οικογένεια του, μακαρίτη πλέον, Ηλία, για μετεγκατάσταση στον Πύργο Ηλείας (Λαστέικα) και πιο ειδικά,ο ίδιος,  στον Πλάτανο Ολυμπίας,  ήμουν όπως υπολογίζω,  2-3 ετών.

           Είχα ακούσει απο διηγήσεις των δικών μου και άλλων συμπατριωτών,  για το επάγγελμα του σιδηρουργού,  που ασκούσε ο πατέρας του και για την μετεγκατάστασή τους,  δεν μπορούσα όμως να φανταστώ,  ότι θα τον γνώριζα προσωπικά καί μάλιστα,  θα με φιλοξενούσε στο σπίτι του,  στην οικογένειά του,  για περίπου 15 ημέρες.

                Ηταν Καλοκαίρι πρός Φθινόπωρο,  του 1974,ειχα αποφοιτήσει του Γυμνασίου Λαγκαδίων και  ανέμενα τα αποτελέσματα των  εισιτηρίων εξετάσεων εισαγωγής στο Πανεπιστήμιο. Μέχρι να δοθούν στην δημοσιότητα τα ονόματα των επιτυχόντων  από Ραδιοφώνου ή τις εφημερίδες,  αποφάσισα να πάω στον Πύργο,  να δουλέψω οικοδομή με τον Γιώργη του Λάμπρου (γείτονά μου) και είχε προηγηθεί σχετική συννενόηση γι αυτό. Τότε στη συνοικία Χαλικιάτικα του Πύργου,  γύρω από την οδό Σμύρνης,  υπήρχε μια παροικία Σερβαίων,  που την αποτελούσαν οι οικογένειες τών: Γεωργίου Λ. Βέργου, Βασιλείου Αναστασόπουλου,Φωτίου Μαρ. Βέργου,Ηλία Θεοδ. Κουτσανδρέα και σε άλλη συνοικία του Πύργου,   κάποια παιδιά του Νικ. Σχίζα,αδέλφια του Ηλία.

             Μέσω του Γιώργη του Λάμπρου,γνώρισα και τον Εργολάβο οικοδομικών εργασιών,  Ηλία Νικ. Σχίζα,ο οποίος διέμενε στον Πλάτανο και ήταν,  αν θυμάμαι καλά και μέλος του Προεδρείου,  του Συνεταιρισμού αγροτοοινοπαραγωγών  του χωριού,  αλλά και  κυρίως οικοδόμος,  είχε δε αναλάβει κάποιο έργο κατασκευής αποθηκών του Συνεταιρισμού και τειχίων αντιστήριξης κατα μήκος του κεντρικού δρόμου του χωριού.

              Η οικοδομή όμως,  που έκανε στον Πύργο και δούλευα,  με τον Γιάννη και τον Παρασκευά,  νομίζω ,  θα τελείωνε και γι αυτό,  με πήρε στον Πλάτανο,  στο άλλο έργο,  για να μην μετακινούμαι μεταξύ Πύργου-Πλατάνου καθημερινώς.

              Από την παραμονή και φιλοξενία στο σπίτι του και απο την συμπεριφορά,των παιδιών και της αείμνηστης συζύγου του Γιώτας,  διατηρώ τις καλύτερες αναμνήσεις. Ο Ηλίας ήταν,  ευθύς και κιμπάρης,  ανοιχτός με όλους τους Πλατανιώτες,  θυμόταν συνέχεια ιστορίες από την ζωή του χωριού,  την φτώχεια μιας πολυμελούς οικογένειας,  λέγαμε τα τραγουδάκια μας και πίναμε τα ποτηράκια μας,  λες και γνωριζόμαστε χρόνια πρίν. Βέβαια η μοίρα δεν στάθηκε καλή απέναντί του,  αφου έχασε πρόωρα και την σύζυγό του και το παιδί του. Λόγω δε, του οτι ήμουν υποψήφιος φοιτητής,  μου έδινε αυξημένο μεροκάματο,  γιατί γνώριζε την φτώχεια της οικογενείας μου.

                Θερμά συλλυπητήρια στούς οικείους του και ελπίζω να αξιωθώ να πάω στον Πλάτανο,  για ενα κερί στο μνήμα του.

  1. ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ (Νίτσα) Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

         Η Νίτσα ήταν μια χαρακτηριστική περσόνα στο χωριό,  σχεδόν μόνιμη κάτοικος μετά του συζύγου της,  τόσο λόγω χαρακτήρα,  όσο και λόγω παραστήματος,  γιατί συμμετείχε ενεργά σε θέματα σχολικά (όταν λειτουργούσε το Σχολείο μας),  διατηρώντας καλές σχέσεις με τους Δασκάλους και τους άλλους Δημόσιους Λειτουργούς του χωριού,τότε, πχ Χωροφυλακή,  συμμετείχε  σε Γάμους,  ονομαστικές γιορτές και άλλες εκδηλώσεις των Σερβαίων,  με χορούς και τραγούδια, έδινε ζωντάνια  με την εξωστρέφεια και το μπρίο της,  βοήθησε μέχρις εσχάτων,  μετά του συζύγου της,  στην εύρυθμη περάτωση κάθε προετοιμασίας,  για τις ιερές ακολουθίες και στους δύο Ναούς του χωριού μας,  πχ (Βαΐων,  Επιτάφιος).

            Υπήρξε,  καλή σύζυγος,  μάνα,  γιαγιά και πεθερά,  φιλόξενη και ιδίως κοινωνικότατη.

            Είχαμε καλή επικοινωνία,  σε κάθε εκδήλωση της Σερβαίικης κοινωνίας,  στην Αθήνα και το χωριό,  τόσο κατά τις Επίσημες Γιορτές του χρόνου,  όσο και στις ονομαστικές γιορτές της οικογενείας της,  αλλά και σε άλλες, έτσι,  να «ακουγιόμαστε»,  που λέει και ο Μήτσος ο σύζυγός της,  προς τον οποίο  και την απομένουσα οικογένειά του, εκφράζω τα ειλικρινή μου συλλυπητήρια.  

            Ας είναι ελαφρύ το χώμα της Σερβαίικης γής πού τη σκέπασε!

  1. ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

            Επειδή το σπίτι τους ήταν απέναντι απο το δικό μας στο χωριό,  έχω την ανάμνηση μιας  18 χρονης κοπέλλας,  με μαύρα και μακριά μαλλιά,  που μπαινόβγαινε στο σπίτι,  ίσως να είναι και  παραίσθηση, γιατί ήταν και άλλα κορίτσια στην οικογένεια και μόνο αυτό,  που πάντοτε επόπτευε η «αυστηρή» και πανέξυπνη μάνα τους, αείμνηστη Θειά ΜήτσαιναΑγγελική  Παναγοπούλου,  η οποία,  ως πρακτική μαμή,  βοήθησε την μάνα μου στη Γέννησή μου.

           Με τα αγόρια Παναγιώτη και Μίμη,τόσο οι αδελφές μου,  Κατερίνα και Βάσω,  όσο και εγώ,  είχαμε επαφές σαν παιδιά της γειτονιάς,  στο παιχνίδι και την βόσκηση των γιδών μας.

            Ελαφρύ το χώμα της γής που την σκέπασε!

  1. ΦΑΝΗ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ (ΜΑΝΟΥ)

            Ότι και να γράψει κάποιος για την αείμνηστη πλέον Φανή, θα είναι  ανεπαρκές,  για να αποδώσει το «Είναι» της,  που συνιστά μια παρουσία περιεχομένου,  στο στενό οικογενειακό,  αλλά και στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον της,  που διαμορφώθηκε, με τις πατρογονικές καταβολές της, εκ μητρός (οικογένεια Παπα-Φώτη Σχίζα) και εκ πατρός (Αθανάσιος Παναγόπουλος),  αλλά και η συμπόρευση στη ζωή, με τον αείμνηστο «Μιχαλιό» της,  Μιχάλη  Μάνο,ο οποίος, για κάθε είδους ψιλομαστόρεμα ή άλλη, σοβαρότερη δουλειά,  μπήκε στο σπίτι όλων των Σερβαίων.

             Αντιλήφθηκα  την αξία της,  την 10 ετία του ΄80,  όταν ως  μέλος (Γραμματέας),  του ΔΣ του Συλλόγου Σερβαίων,  πήγα στο σπίτι τους στη  Ν. Σμύρνη,  για να επανασυνδέσω την συνεργασία της Μαρίας Α. Παναγοπούλου,  της αξέχαστης ποιήτριάς μας, με την Εφημερίδα «Αρτοζήνος»,που είχε διαταραχθεί,  για γνωστούς λόγους μη επαναλαμβανόμενους,  που μου είπε, να μήν επηρεάσει η συνεργασία μας την εύθραυστη υγεία της Μαρίας,  που έγινε ασπαστό- κατανοητό.

           Η φανή τότε ήταν γύρω στα 45,  είχε ζωντάνια,  ετοιμότητα και ήταν άκρως φιλόξενη,  πλήρως ενήμερη για τα συλλογικά,  είχε δε πολλές αναμνήσεις,  από την μαθητική ζωή της στα Λαγκάδια.

           Από τότε και μέχρι την εκδημία της,  οι επαφές μας ήταν τηλεφωνικές στην Γιορτή της ή του «Μιχαλιού» ή δια ζώσης τα καλοκαίρια στο χωριό ή στις εκάστοτε διεργασίες στο Σύλλογο,  που ήταν σχεδόν πάντοτε παρούσα,  ελάμβανε το λόγο από του βήματος των ομιλητών,εξέφραζε ευθαρσώς την άποψή της,  με επιχειρήματα, ο δε λόγος της,  ηταν πάντοτε ήπιος και ποτέ επιθετικός ή υποτιμητικός, θεοσεβής και ευσεβής,σε όσα στη ζωή της συνέβαιναν,  αν και την στενοχωρούσαν.

             Την αποκαλούσα πάντοτα Παναγοπούλου και μου έλεγε οτι ήμουν ο μοναδικός,  που αντί Μάνου,  της θύμιζα το πατρικό της επώνυμο.

               Τα καλοκαίρια στο χωριό,  ιδίως τα προηγούμενα 10-15 χρόνια,  ήταν η ψυχή της παρέας,  σε διηγήσεις και τραγούδια,  από την ζωή του χωριού και της Αθήνας,  είχε γνώση των συντελουμένων στην κοινωνία του χωριού μας και των Σερβαίων της Αθήνας,  ουδέποτε την διέκρινε ακριτομυθία  και θεωρούσε τα παθήματα των ανθρώπων,  κοινά παθήματα όλων,  δυνητικά και απρόσμενα,  είχε δε ζωηρές αναμνήσεις απο την ζωή των Λαγκαδίων και είχε ψυχογραφήσει με επιστημονικό τρόπο,το ποιόν των Λαγκαδινών,  σε καθημερινές και μη, εκφάνσεις της ζωής τους.

                 Η Φανή  ήταν εύστροφη,  είχε άμεσο και γλαφυρό αψεγάδιαστο λόγο, ήταν η πιο μορφωμένη  (πεπαιδευμένη),  από τις γυναίκες της ηλικίας της,  της κοινωνίας του χωριού μας,  είχε επίγνωση  της διαφοράς, χωρίς οίηση και στο μόνο που υστερούσε ήταν ο  τίτλος σπουδών.    Της είχα υποσχεθεί, ότι, μετά τις διακοπές, θα πήγαινα να την έβλεπα, στο κέντρο αποκατάστασης που έζησε το τελευταίο διάστημα της ζωής της, αλλά,  δυστυχώς,  δεν συνέβη έτσι,  την κατευόδωσα στο αιώνιο ταξίδι,στην εκκλησία.

                Ας είναι ελαφρύ το Χώμα της Αττικής γης που την σκεπάζει.

Α ι ω ν ί α   τ ο υ ς   η   μ ν ή μ η!

       Εν Γαλατσίω Αττικής, 5 Σεπτεμβρίου 2026

        Αθανάσιος  Κων. Γκούτης

(χιμ)


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.