Γύρω-γύρω τη γωνιά, η Γιώργαινα νοικοκυρά.

.

Τρεις «τσιγγάνες-μάγισσες» είχαν έρθει στο χωριό, πριν πολλές δεκαετίες, και πήγαν κατευθείαν στο σπίτι της Γιώργαινας (τυχαίο όνομα), χωρίς να τις πάρει χαμπάρι κανείς. Μερικές μέρες πριν είχαν επισκεφθεί ξανά στο χωριό και γυρνώντας από σπίτι σε σπίτι για να πουλήσουν την πραμάτεια τους, συγκέντρωναν και διάφορες πληροφορίες (για τις γυναίκες κυρίως, αλλά και τα νοικοκυριά), που θα τους ήσαν χρήσιμες στην επόμενη «προγραμματισμένη» επίσκεψη…

 

ΤΣΙΓΓ. γΜάθανε λοιπόν πως η «Γιώργαινα» (δεν ήταν και η πλέον ξύπνια γυναίκα του χωριού) δεν μπορούσε να αποχτήσει παιδί, πράγμα που της δημιουργούσε μεγάλη στενοχώρια. Ο άντρας της έλλειπε για μαστοριά. Επίσης μάθανε πως το σπίτι της ήταν καλοστεκούμενο, με γεννήματα, κρασί κλπ.

 

Παραφυλάξανε, λοιπόν, οι τσιγγάνες και την κατάλληλη ώρα χτυπάνε οι δύο την πόρτα της Μήτραινας, ενώ η τρίτη «φύλαγε τσίλιες», κρυμμένη πίσω από ένα δένδρο. Τις μπάζει μέσα στο φτωχικό της η κυρά (είχε ακούσει για τσιγγάνες-μάγισσες), ελπίζοντας πως κάτι καλό θα ακούσει από το φλιτζάνι, που θα της πουν.

Μέχρι να φτιάξει τον καφέ η Γιώργαινα στη χόβολη, οι τσιγγάνες είχαν κάνει μια βόλτα στο σπίτι και είχαν επισημάνει τι αξιόλογο υπάρχει και που. Επιστρέφει η μεγάλη τσιγγάνα στο παραγώνι για τον καφέ, ενώ η άλλη άρχισε να ψαχουλεύει. Η τρίτη είχε πλησιάσει στο σπίτι και περίμενε έξω από την πόρτα.

Ήπιαν τον καφέ, αναποδογύρισαν το φλιτζάνι και άρχισε η τσιγγάνα να διαβάζει φωναχτά τα «μελλούμενα» και να παινεύει τη Γιώργαινα:

 

-Γύρω γύρω τη γωνιά, η Μήτραινα νοικοκυρά… και συδαύλιζε με τη μασιά τη φωτιά.

-Γύρω γύρω το βαγένι (μήνυμα στην συνεργό, να πάει στο βαγένι για κρασί), σερνικό παιδί –Γιωργαινά μου- θα γένει… (ο καημός της)

-Βάλε και από τα καθάρια (αλεύρια), βάλε και από τα ανακατερά (πίτουρα) (απευθυνόταν στην συνεργάτιδα), Γιώργαινα νοικοκυρά.

-Βάλε κανα υφαντό, βάλε κανα προφαντό.

-Βάλε και μια τσιγαρίδα, δε με είδες, δεν σε είδα…

 

ΤΣΙΓΓαΗ συνεργός της τσιγγάνας κάθε τόσο κατέβαινε μέχρι την πόρτα και γέμιζε τα σακούλια που κρατούσε η τρίτη της παρέας, η οποία τα έκρυβε κατάλληλα.

Αφού ξαφρίσανε το σπίτι, σηκώθηκε η τσιγγάνα από το παραγώνι, που καθόταν σταυροπόδι, φίλησε τη Γιώργαινα και της λέει:

 

-Πήγαινε τώρα να ξαπλώσεις και μη κουνηθείς από κει, μέχρι αύριο το πρωί. Και σε εννέα μήνες θα γεννήσεις αγόρι!

 

Ευχαριστημένη η Γιώργαινα από αυτό που άκουσε, ΄σήμωσε τη τσιγγάνα και πήγε να ξαπλώσει.

Σε μισή ώρα οι τσιγγάνες σκαπετάγανε στο βουνό, με όλο το βιος της Γιώργαινας.

Μη τις είδατε, μη τις απαντήσατε…

.

Χ. Ι. Μαραγκός


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.