Το κλέψιμο και οι κλεψιές

Ι. Ν. Μαραγκού

Το κλέψιμο της "Ροδαυγής".
Ήμουν γύρω στα τριάντα. Εκείνη την ημέρα είχα πάει να φέρω ξύλα από το χωράφι μας στις λάκκες και το απόγευμα κατέβηκα στην αγορά, όπως συνηθιζόταν τότε στο χωριό. Μου έκανε εντύπωση που οι άνθρωποι μιλάγανε με τρόπο έντονο, σαν να είχε συμβεί κάτι σημαντικό. 
ι έγινε ρε σύ; Ρωτάω κάποιον.
- Δεν τάμαθες; Κλέψανε τη "Ροδαυγή".
-Ποιός;
-Eκείνος ο βουνήσιος. Τον βόηθηκε λένε και ο αδερφός του.

Η όμορφη Ροδαυγή είχε πάει με την ξαδέρφη της στον Αρτοζήνο για δουλειές στα χωράφια και για να μαζέψουν χόρτα.

-Οι απαγωγείς παραφυλάγανε και την κατάλληλη στιγμή ορμήσανε και πριν προλάβουν τα κορίτσια να αντιδράσουν, πήρανε την κοπελιά και εξαφανίστηκαν. Όπως ήταν επόμενο το νέο διαδόθηκε αστραπιαία στο χωριό και σύντομα μαθεύτηκε σε όλη τη γύρω περιοχή.

Οι συγγενείς της κοπέλας έφτιαξαν ομάδες και άρχισαν το ψάξιμο σε όλα τα πιθανά μέρη που θα μπορούσαν να κρύβονται οι κλέφτες. Από του Ρεκούνι ήρθε η πληροφορία πως τους είδε κάποιος προς την περιοχή της Κάπελης, εκεί που οι Σερβαίοι έχουν πολλά αμπέλια και υπάρχουν πολλά καλύβια. Πράγματι τους κάνανε καρτέρι στο καλύβι και τους πιάσανε στα πράσα.

Το ξύλο που έφαγε ο "παλιάθρωπος" δεν λέγεται. Τον δέσανε με μια τριχιά, τον φέρανε στο χωριό, τον τραβολογάγανε στους δρόμους και ο κόσμος τον έφτυνε. Η μάνα της κοπέλας τηγάνιζε λάδι και όταν αυτό άρχισε να τσιτσιρίζει, του τόριχνε στην πλάτη, προς γενική ανακούφιση, κυρίως των γυναικών.

...Έγινε δικαστήριο και δικάστηκε 4 χρόνια. Πήγε σε αγροτικές φυλακές, έκανε 2 χρόνια και επέστρεψε στο χωριό ...θρεφτάρι.

Πάνε τ΄αλεύρια.

Φτώχεια, πείνα, ανέχεια και όλες οι δυστυχίες εκείνη την εποχή στο χωριό.
Εκείνο το βράδυ είχα πάει στη Σφυρίδα, γιατί αρραβωνιαζότανε ένας φίλος μου και συγγενής. Είχανε σφάξει και ένα σφαχτό, γιατί αυτοί είχανε κάτι πραματάκια και καλοπεράσαμε τη νύχτα. Πριν φωτίσει έφυγα γιατί θα πήγαινα στους Αράπηδες, που είχα συμφωνήσει να πάρω μια γίδα. Περνώντας από την αγορά βλέπω ένα σακί πεταμένο. Από το μυαλό μου πέρασε πως θα έπεσε από κάποιο περαστικό έμπορα, γιατί εκείνη την εποχή περνούσαν από το χωριό έμποροι που αντάλλασσαν προϊόντα (καπνό, λάδι, κρασί) με άλλες περιοχές. Μάλιστα επειδή το είδα κάπως φουσκωμένο υπέθεσα πως μέσα θα είχε κανά ασκί για κρασί. Παίρνω το σακί και για να μην το κουβαλάω στους Αράπηδες το πετάω στην αυλή του σπιτιού μου και φεύγω.

Πήγα στους Αράπηδες, τακτοποίησα τη δουλειά μου και όταν σηκώθηκα να φύγω νάσου ο "Μποές" από την Τρίπολη.

-Καλημέρα.
-Καλημέρα.
-Απόψε κλέψανε στο χωριό τα αλεύρια, που είχαν στείλει να μοιραστούν στους κατοίκους, λέει ο Μποές.
-Και βρήκα ένα τσουβάλι αδειανό το πρωί που πέρασα από την πλατεία, λέω εγώ. Και συμπληρώνω. Λες να είναι από αυτή τη δουλειά;

Έφυγα. Όταν έφτασα στα πρώτα σπίτια του χωριού, νάσου μια επιτροπή που γύριζε στα σπίτια του χωριού, μήπως βρει τι έγιναν τα αλεύρια. Τους είπα και εγώ τι είχε συμβεί και τους πήγα στο σπίτι να τους δώσω το σακί. Μέσα στο σακί οι κλέφτες είχαν βάλει άλλα δύο σακιά άδεια και δεν ήταν το ασκί που εγώ είχα φανταστεί.

Η επιτροπή γύρισε όλα σπίτια του χωριού, αλλά δεν βρήκε τίποτα. (Άλλως τε δεν έψαξε και στο κασόνι του καθενός, ούτε και οι κλέφτες θα άφηναν τα αλεύρια μπροστά στην πόρτα). Οι κάτοικοι όμως είχαν ξεσηκωθεί και θυμώσει τόσο πολύ που έπρεπε να γίνει κάτι για να ηρεμίσουν τα πράγματα. Δεν είναι και λίγο αυτό που έγινε. Περίμεναν πως και πως μια χούφτα αλεύρια να φτιάξουν μια μπουκιά ψωμί και κάποιοι ξύπνιοι του χωριού, τους πήραν τη μπουκιά από το στόμα. (Οι γυναίκες των κλεφτών φουρνίζανε και κόβανε χυλοπίτες και το χωριό πείναγε).

-Και γιατί, ρε μπάρμπα-Γιάννη πετάξανε το σακί στην πλατεία και δεν το κρύψανε;
-Από κουτοπονηριά. Να το πάρει κάποιος και ...να πάει αλλού η κουβέντα. Όμως, ο Θεός, λέει η παροιμία, αγαπάει τον κλέφτη αλλά αγαπάει και τον νοικοκύρη.
-Τελικά τι έγινε;
-Δεν έμενε πια τίποτα άλλο, με την αναστάτωση που είχε γίνει, από το να "ρίξει ο παπάς κανόνα", να αφορίσει δηλαδή τους κλέφτες.

Αυτό στην αντίληψη των ανθρώπων του χωριού σήμαινε πως, αν κάποιος ξέρει κάτι και δεν το ομολογήσει, θα ξεκληριστεί σιγά-σιγά όλη του η οικογένεια. Την Κυριακή λοιπόν, μετά τη θεία λειτουργία, ήρθε η ώρα του αφορισμού. Νεκρική σιγή στη γεμάτη εκκλησία. Όταν ο παπά-_ _ _ _ _ _ _ _ _ πήρε το βιβλίο να διαβάσει το αφοριστικό, ακούστηκε μια φωνή-κραυγή από την πλευρά των γυναικών:

-Μη διαβάσεις παππούλη, θα σας πω εγώ ποιοι κλέψανε τ΄αλεύρια...

Ήταν η μάνα ενός της παρέας των κλεφτών. Φαντάζεστε τι σούσουρο έγινε και τι κατάρες πέσανε. (Κάποιοι λένε πως οι κατάρες αυτές πιάσανε. Μπορεί να είναι και έτσι...)
-Τελικά τι έγινε;
-Τίποτα. Οι κλέφτες βλέπεις ήσαν από τους ανθρώπους που κάνανε κουμάντο τότε στο χωριό και τα κουκούλωσαν. Κάποιος που τα πήρε όλα απάνω του είχε τελικά τραγικό τέλος. Αλλά και οι άλλοι ...πληρώσανε.

Ο κλέφτης και το λουλάκι.

Ο Παπανικόλας είχε το παντοπωλείο του στην πλατεία του χωριού, εκεί που τα τελευταία χρόνια ήταν το καφενείο του Πανταλέχου και σήμερα είναι το σπίτι του Γιάννη Π. Παναγόπουλου. Ήταν ένας άνθρωπος καλοσυνάτος, ήσυχος, απονήρευτος και εξυπηρετικός στους πατριώτες.

Ένα βράδυ, λίγο πριν κλείσει το μαγαζί, πέρασε από κει ένας γείτονάς του και πολύ φίλος, να ανεβούν παρέα στα σπίτια τους στο επάνω χωριό. Εκείνη τη στιγμή μπαίνει κάποιος βιαστικά στο μαγαζί, ψωνίζει κάτι που ήθελε και αφήνει κάμποσες δραχμές. Βάζει ο Παπανικόλας τα λεφτά στο αδειανό συρτάρι και φεύγουν. Την άλλη μέρα που πήγε στο μαγαζί και άνοιξε το συρτάρι, βλέπει με έκπληξη να λείπουν κάποιες από τις δραχμές. Παραξενεύτηκε ο απονήρευτος έμπορας, αλλά δεν μπορούσε να σκεφτεί τι είχε γίνει γιατί δεν του έλειπαν όλα τα λεφτά ούτε υπήρχαν σημεία διάρρηξης. Ανάστατος κλείνει το μαγαζί και πάει στο γείτονα, με τον οποίο το βράδυ έφυγαν μαζί από το μαγαζί, να του διηγηθεί τα γεγονότα.

Ο γείτονας, πανέξυπνος Πειραιώτης έμπορας, ψυλλιάστηκε τη δουλειά και αφού καθησύχασε το Παπανικόλα, του είπε να μην ανησυχεί και πως θα πιάσουνε τον κλέφτη. Αρκεί να μην πει τίποτα σε κανέναν. Τον συμβούλευσε το βράδυ πριν φύγει από το μαγαζί, να ρίξει λουλάκι στον πάγκο, στην τράπα και στα σκαλοπάτια που κατεβάζουν στο υπόγειο.

Πράγματι ο Παπανικόλας έκανε όλα όσα τον συμβούλευσε ο φίλος του, με απόλυτη μυστικότητα. Το άλλο πρωί πήγαν παρέα στο μαγαζί και με έκπληξη διαπίστωσαν πως το λουλάκι δεν ήταν όπως το άφησε ο Παπανικόλας, ήταν ανακατεμένο. Με προσοχή άνοιξαν την τράπα που ήταν πίσω από τον πάγκο και είδαν πατήματα στα σκαλοπάτια και στο υπόγειο. Βγήκαν από την πόρτα του υπογείου και είδαν, στο χιονάκι που υπήρχε εκείνη την ημέρα, τα πατήματα από τα τσαρούχια του κλέφτη. Τα ακολούθησαν και έφτασαν έξω από την πόρτα του. Του χτυπάν και ανοίγει από μέσα ο νοικοκύρης.

-Καλημέρα.
-Καλημέρα.

Ο Πειραιώτης του δίνει το χέρι να τον χαιρετήσει. Όμως το χέρι του κλέφτη ήταν λερωμένο από το λουλάκι.

- Τι έχει το χέρι σου; τον ρωτάει.
- Α... α... Η κυρά έβαφε κάτι ρούχα και λερώθηκα. Απαντάει ο άλλος σαστησμένος.
- Μας λες αλήθεια; Μπορούμε να δούμε τα ρούχα;
- Α....
...Έτσι πιάστηκε ο ποντικός στη φάκα με ...το λουλάκι. Συμβιβάστηκε τελικά να πληρώσει γύρω στις δέκα χιλιάδες για όσα κατά καιρούς είχε κλέψει και να μη δώσουν συνέχεια στην υπόθεση. Τότε ο καλοκάγαθος Παπανικόλας θυμήθηκε πόσα πράγματα του λείπανε κατά καιρούς και δεν μπορούσε να σκεφθεί τι γινότανε. Τότε θυμήθηκε που κάποια φορά είδε το λάδι χυμένο έξω από το κιούπι και πίστεψε μια ηλικιωμένη γειτόνισσα που του είπε πως το κιούπι "μπούρισε"...
Αφηγητής Ι. Ν. Μ.
(ΣΣ. O μπάρμπα-Γιάννης έχει περάσει τις εννιάμιση δεκαετίες της ζωής του το 2008, που μας διηγήθηκε τις ιστορίες. Είναι ακόμη ακμαίος, θυμάται τα παλιά με κάθε λεπτομέρεια, πάει τακτικά στο ΚΑΠΗ και πολύ δύσκολα ...τον κερδίζεις στη δηλωτή. Τα γεγονότα αναφέρονται στη δεκαετία του 1940, αλλά τα ονόματα είναι φανταστικά).
.
(XIM_31-1-09)

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Η διάνοιξη του δρόμου από τον Αγιώργη το Σαρά μέχρι το χωριό, μήκους 12 χιλιομέτρων έγινε το 1950. Οι Σερβαίοι διέθεσαν τις μερίδες τους από τη βοήθεια της UNRA που πουλήθηκαν για να συγκεντρωθούν χρήματα για την μπολντόζα. Επίσης δούλεψαν προσωπική εργασία όλοι οι ενήλικες του χωριού. Οι Αραπαίοι, επειδή είχαν να περπατήσουν μια ώρα παραπάνω από τους Σερβαίους, για να φθάσουν από το σπίτι τους στο έργο και μία να γυρίσουν, κοιμόσαντε το βράδυ εκεί που δούλευαν.