Γηρατειά Ι

Αθανασίου Π. Στρίκου, Εκπαιδευτικού, Ταξιάρχου Αστ. ε.α.

 

                  “Γερνάει ολοταχώς η κοινωνία που δεν σέβεται τους γέροντές της”

                                                                           (Ελένη Χατζητζάνου – Βάλτχαρντ).

.

Βλέποντας την τραγωδία των γηρατειών έκανα μια σκέψη. Λες, είπα, τα γηρατειά να είναι έκτιση ποινής γι’ αυτά που κάναμε νέοι; Γιατί, ως νέοι, τί δεν κάναμε; Είχαμε εγωϊσμούς, φιλοδοξίες, σφάλματα ηθελημένα και αθέλητα, αλαζονείες, υπεροψίες, αυθαιρεσίες, επιθυμίες να πάρουμε βαθμούς, να πάμε ψηλά και γενικά στα νιάτα μας, στη ζωή μας, κάναμε βλακείες νομίζοντας πως θα κατακτήσουμε τον κόσμο. Και μετά έρχονται τα γηρατειά για να εκτίσουμε την ποινή μας. Είναι δηλαδή ένα είδος τιμωρίας για ό,τι κάναμε, αφού στα νιάτα δεν παλευόμαστε κι είμαστε όλοι σαν παλαβοί. Οπότε έρχεται η ζωή και τιμωρεί. Και διότι κάθε καλό έχει μέσα του και κακό. Όση χαρά τόση και λύπη.

 

Και λέει η ζωή:

Ό,τι βλακείες έκανες θα πληρωθούν και μετά θα φύγεις. Πρώτα θα πληρώσεις το γραμμάτιο, που εξοφλείται με τα γηρατειά.

Θα μου πείτε πως λέω βλακείες. Μπορεί. Όμως κάτι τέτοια σκέφτομαι, βρίσκω για να παρηγοριέμαι. Και για να δικαιολογηθεί η κατάσταση των γηρατειών, η τραγωδία τους και να αντιμετωπιστεί πρέπει κάτι να βρίσκουμε.

 

Τι λέει ο λαός;

“Όποιους αγαπάει ο Θεός τους παίρνει νέους.”

Να μην φθάσουν στα γηρατειά να τιμωρηθούν, να εκτίσουν ποινή. Γιατί οι άλλοι είναι καταδικασμένοι. Πώς τόλεγε και η θυμόσοφη γερόντισσα όταν ο παπάς της είπε: “μας βλέπει ο Θεός. Θα μας δικάσει και θα μας τιμωρήσει;” “Εδικάστημεν πια παπά μου” του απάντησε. Δηλαδή δικαστήκαμε, καταδικαστήκαμε και τώρα στα γεράματα εκτίουμε την ποινή μας. Τί μου λες εσύ τώρα; Κι άλλη καταδίκη στην άλλη ζωή τάχα; Εδικάστημεν πια.

Και πόσο ωραίο αυτό το “εδικάστημεν”. Και ποιο χρόνο χρησιμοποιεί η απλή γυναίκα. Παθητικόν αόριστον. Εδικάσθην, εδικάσθης, εδικάσθη. Εδικάσθημεν, εδικάσθητε, εδικάσθησαν. Αθάνατε Έλληνα!

 

«Οϊζυρός» ο άνθρωπος

Στα γηρατειά φαίνεται όλη η αδυναμία και η κακοτεχνία της δημιουργίας. Κι αυτό ισχύει μόνο για τον άνθρωπο. Τα ζώα δεν έχουν συνείδηση και δεν τα απασχολούν. Δεν λένε δηλαδή θα γεράσω, γέρασα, γιατί γέρασα και τι θα γίνω. Δεν έχουν τέτοιες τραγωδίες διότι περί τραγωδίας πρόκειται και δεν βασανίζονται με τέτοια ερωτήματα. Ο άνθρωπος μόνον είναι δυστυχισμένος, οϊζυρός όπως λέει ο Όμηρος. Ενώ όλα τ’ άλλα έμβια όντα είναι πολύ πιο ευτυχισμένα γιατί τους λείπει η συνείδηση. Ου γαρ οίδασι τα ζώα γήρας, θάνατον.

Εμείς μόνο συνειδητοποιούμε ότι γεράσαμε κι από κει αρχίζουν τα μεγάλα προβλήματα – διερωτήματα. Τί θα γίνω; Πού θα πάω όταν πεθάνω και πλήθος άλλα. Μεγάλη κατάρα η συνείδηση. Γι’ αυτό το παλληκάρι ο Χριστός είπε:

Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι”.

Που δεν τους απασχολούν τέτοια θέματα, δεν βασανίζονται.

Και τώρα εσύ σκέφτεσαι πώς θα ρυθμίσω, θα κουρντίσω, θα ρεγουλάρω το μυαλό μου ώστε να είναι στραμμένο προς το καλό. Να βρω τρόπο να μεταστρέψω τη συνείδηση προς το καλό κι όχι προς την τραγωδία. Μπορεί να βρούμε κάποιο κουμπί να τη γυρίσουμε προς το καλό;

Τα γηρατειά πάντως είναι περίοδος που ζεις κατά κάποιον τρόπο το θάνατο ζωντανός.

 

Ο Όμηρος

Είναι εκπληκτικό πώς ο Όμηρος καταφέρνει και δεν δημιουργεί μίση. Ενώ υπάρχουν οξύτητες, ακραίες καταστάσεις δεν αφήνει πικρία για κανέναν ήρωα να τον κατηγορήσει ο αναγνώστης. Ούτε τον Πάρη μισείς ούτε την Ελένη ούτε τον Αγαμέμνονα ή τον Μενέλαον. Ενώ έχει όλα τα ανθρώπινα πάθη σε υπέρτατο βαθμό, στο τέλος καταφέρνει και βγαίνουν όλοι καθαροί, ήρωες όλοι.

Και δεν μ’ αρέσει να χαλάω τους ήρωες του Ομήρου μέσα στο τραγικό. Οι τραγικοί την είδαν αλλιώς την Ιστορία. Πήραν απ’ τον Όμηρο κι έφτιαξαν άλλη κατάσταση δική τους που δεν έχει σχέση με την αγνότητα των ηρώων του Ομήρου. Άλλος ο Αίας της Ιλιάδος για παράδειγμα κι άλλος ο Αίας των τραγικών. Ωραία βέβαια κι εκεί αλλά άλλο πράγμα.

Ο Όμηρος όλα τα δικαιολογεί, τα ρίχνει στη μοίρα και στους θεούς.

“Πώς τόλμησες κι ήρθες να με κυττάξεις στα μάτια” λέει ο Αχιλλέας στον Πρίαμο.

Κι ο Πρίαμος:

“Θυμήσου τον πατέρα σου που κι εκείνος έχει φθάσει στα ολέθρια γηρατειά. Μπορεί κι εκείνον να τον στενοχωρούν χωρίς νάχει κανέναν να τον γλιτώσει απ’ το κακό. Ωστόσο εκείνος μαθαίνει πως ζεις και χαίρεται η ψυχή του και ελπίζει να σε ιδεί.. μα εγώ είμαι ο πιο δυστυχισμένος. Γέννησα πενήντα γιους κι απ’ αυτούς τους πιο πολλούς αφάνισε ο Άρης. Κι απ’ όλους τον πιο καλόν, τον Έκτορα. Και έπαθα αυτό που κανείς άλλος θνητός δεν το έπαθε ακόμη. Να φιλήσω το χέρι εκείνου που σκότωσε το γιο μου. Είμαι λοιπόν ο πιο δυστυχισμένος.”

-Kάθισε, γέροντα, να ειπούμε τα βάσανά μας, που έδωσαν οι θεοί σε μας τους άμοιρους. Αυτοί είναι ανέμελοι και δεν έχουν καημούς, ενώ οι άνθρωποι ζουν πάντα με τις λύπες. Δύο πυθάρια με δώρα έχει στο δώμα του ο Δίας. Στο ένα οι συμφορές και στο άλλο τα καλά. Και σ’ άλλους τα δίδει ανακατεμένα σ’ άλλους μόνο τα κακά. Και σ’ εκείνον που δίνει μόνον κακά τον δέρνει η μαύρη συμφορά … (Πάντως μόνον καλά δεν δίνει σε κανέναν).

Δεν τον ενδιαφέρει τον Όμηρο αν οι Αχαιοί πήραν την Τροία. Από τη στιγμή που έπεσε η ψυχή της Τροίας, ο Έκτορας, ο καλλίτερος γιος του Πριάμου, εκείνος που την έσωζε, τελείωσαν όλα για το κακόμοιρο το γεροντάκι.

 

      Κι εδώ έχουμε τη μεγαλοπρέπεια του νέου, αλλά και τη μεγαλοπρέπεια του γέροντα.

Ο Πρίαμος θαυμάζει τον Αχιλλέα κι ο Αχιλλέας τα λόγια του γέροντα.

Κι έχουμε την απόλυτη ομορφιά. Πού αλλού να βρεις την ομορφιά στη ματαιότητα;

 

      Ο γέροντας αξίζει όσο το βάρος του. Τα γηρατειά από μόνα τους είναι αξία, ιδέα, πείρα, μάθημα, διδασκαλία. Βάλε ένα γέροντα απέναντί σου κι ας μην μιλάει. Μόνο να τον κυττάζεις διδάσκει. Κι αν είσαι δάσκαλος, καθηγητής, πάρε ένα τέτοιο γεροντάκι και πήγαινέ το στην τάξη μέσα και δίδαξε στα παιδιά το μεγαλύτερο μάθημα. Όχι αφηρημένα πράγματα, φιλοσοφίες, ψυχολογίες, λογικές, θεωρίες, βλακείες. Μετριέται ο πόνος του ανθρώπου με φιλοσοφίες· τόκανε ποτέ κανένας δάσκαλος; Το γράφει πουθενά κανένα αναλυτικό πρόγραμμα;

      Και με τα γηρατειά, μαζί με το σώμα, αδυνατίζει φαίνεται και ο νους και η σκέψη του γέροντα. Κι αυτό τον βοηθά να μην τα βλέπει τραγικά και να αντέχει. Μπορεί μαζί με την αδυναμία του σώματος να αδυνατίζει κι ο εγκέφαλος. Άρα και η ψυχή και τα συναισθήματα. Φαίνεται ότι μειώνεται και η ψυχική αντίδραση και τη δέχεται πια τη ζωή.

Έτσι μόνο δικαιολογείται ότι αντέχει ο άνθρωπος. Διότι αδυνατίζουν όλα. Κι αυτές οι ιδέες, οι σκέψεις είναι τόσο αιχμηρές και απόλυτες. Ηφαίστεια πραγματικά γιατί είναι η πραγματικότητα. Όχι μυστικισμός, ούτε φιλοσοφίες αλλά η πραγματικότητα πάνω στον πόνο.

Αν ήταν τουλάχιστον πρώτα τα γεράματα, τα δύσκολα και μετά τα ωραία, τα νιάτα, να προσδοκάς κάτι καλό να ειπώ “μάλιστα”. Θα ήταν σωστό. Αλλά έτσι; Να σε γλυκαίνει στην αρχή και μετά να σου δίνει δηλητήριο δεν συμφωνώ. Εκείνος μ’ έκανε κι Εκείνος με παίρνει. Γιατί με τυραννάει και μάλιστα στο τέλος;

Όταν γεράσει ο άνθρωπος όλοι τόνε ξεχνούνε.

σαν το ‘κκλησάκι στο βουνό που δεν το λειτουργούνε.

Τώρα το νάχεις καλά γεράματα είναι λαχείο. Όπως παίρνεις το λαχείο και προσδοκάς να κερδίσεις έτσι κι εδώ. Ελάχιστοι κερδίζουν. Οι πολλοί έχουν κακά γεράματα. Τα γηρατειά είναι από μόνα τους μια αρρώστια, έλεγαν οι αρχαίοι. Ωστόσο εμείς ας ευχηθούμε να κερδίσουμε αυτό το λαχείο. (Σπουδαία λέξη το λαχείο και το ρήμα λαγχάνω). Κι ακόμη: Eφ’ όσον η ζωή αποτελείται από γέλιο κι από κλάμα, ας προτιμήσουμε το γέλιο. Το κλάμα είναι δεδομένο, έρχεται μόνο του. Ύστερα, αφού όταν πεθάνουμε θα πάμε εκεί που δεν υπάρχει ούτε γέλιο ούτε κλάμα, “κι αν δεν πονάνε πια μηδέ γελάνε” που λέει ο ποιητής, ας στρέψουμε την προσοχή μας στο γέλιο, στην καλοσύνη. Άλλωστε, όπως λέει ο λαός,

“στο τέλος μια κακία μένει“.

.

Ας μαζεύουμε λοιπόν τα όμορφα κι όλα εκείνα που μας κρατάνε και όχι τα κακά. Όπως στο χωράφι που βγαίνεις να μαζέψεις λουλούδια ή χόρτα και μαζεύεις τα όμορφα, εκείνα που τρώγονται, έτσι και στη ζωή. Ας γελάμε αφού ακόμα μπορούμε. Γιατί αν φθάσουμε στο σημείο να μην μπορούμε ούτε να γελάσουμε, τότε τα πράγματα γίνονται επικίνδυνα.

Όσο γι’ αυτά που λέμε, δεν κρύβω ότι τέτοιες κουβέντες με συγκλονίζουν, μου δίνουν κουράγιο.

 

ΜIΛΩ ΜΕ ΤΑ ΜΝΗΜΑΤΑ

 

(XIM)

 


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Το 1952 εκδηλώθηκε επιδημία τύφου στο χωριό. Οι υγειονομικές αρχές τότε θεώρησαν σαν αιτία της μόλυνσης τις κορύτες στις βρύσες και στα πλαίσια των έργων εξυγίανσης αντικατέστησαν τις καλαίσθητες πέτρινες πελεκητές κορύτες με ακαλαίσθητους μεταλλικούς σωλήνες. Δεν τους πέρασε από το μυαλό ότι το νερό θα μπορούσε να είχε μολυνθεί από το πέρασμά του κάτω από αυλές και σπίτια, αφού οι βρύσες ήταν σε σημείο χαμηλότερο από τα σπίτια. Το υδραγωγείο που έφερε καθαρό νερό από την Κοκκινόβρυση έγινε αργότερα, το 1959.