Το μαντάτο

                        Θ. Κ. Τρουπή
                                                          Μονόπρακτο σκετς 
Η σκηνή παριστάνει χειμωνιάτικο σπιτιού. Δεξιά στον τοίχο φωτογραφία στρατιώτη σε κάδρο και είσοδος στο κελάρι. Αριστερά το τζάκι. Στο βάθος είσοδος και παράθυρο στην αυλή στο δρόμο. Η Κωνσταντού στο κελάρι. Ο Γ. Βασίλης κοντά στο τζάκι. Κάνει κρύο. Στο παράθυρο ψιλιχιονίζει.  Κάτω απ΄το παράθυρο σκεπασμένη κούνια μωρού που κοιμάται. Ο Θοδωρής παίζει αμέριμνος κοντά στο Γ. Βασίλη).
 
ΠΡΟΣΩΠΑ
1. ΓΕΡΟ-ΒΑΣΙΛΗΣ:    Πατέρας στρατιώτη του 1940, 65 χρονών, ανάπηρος του 1912.
2. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥ:     Χήρα, νύφη του Γέρο-Βασίλη, 35 χρονών μαυροντυμένη.
3. ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ:            Νύφη του Γ. Βασίλη, 25 χρονών, σύζυγος του στρατιώτη.
4. ΓΕΡΟ-ΦΩΤΗΣ:        Χωρικός, 65 χρονών.
5. ΒΕΝΕΤΙΑ:                Γειτονοπούλα 16 χρονών, ανηψιά του Γ. Βασίλη.
6. ΘΟΔΩΡΗΣ:              Γκόνι του Γ. Βασίλη, 8 χρονών, παιδί της Κωνσταντούς.
7. ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ:      Φίλος του Γ. Βασίλη, 65 χρονών, χωρικός.
8. ΠΑΙΔΙΑ:                   Γειτονόπουλα 10-15 χρονών.
9. ΓΥΝΑΙΚΕΣ:             Χωρικές διαφόρων ηλικιών, ντυμένες σκούρα.
 
 
ΣΚΗΝΗ Α΄
Γ. ΒΑΣΙΛΗΣ
(σκεφτικός).
Νύφη!... Ε, νύφη!..
ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥ: Εδώ πατέρα!...Τι θέλεις;
Γ. ΒΑΣΙΛΗΣ: Που είσαι; Τι φτιάνεις;
ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥ:
(Μπαίνοντας).
Μια μπουκιά κουλούρα λειψή ζήμωσα για την αφεντιά σου. Ξεράθηκε το ψωμί, πατέρα, δεν είναι για τα δόντια σου... Τράβα τη θράκα να τη ρίξω στα κάρβουνα...
Γ. ΒΑΣΙΛΗΣ: Δεν μου κάνει όρεξη για τίποτα.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥ: Η κουλουρίτσα θα σου νοστιμίσει...
Γ. ΒΑΣΙΛΗΣ: Να ιδούμε!... Αν δεν έχουμε και σήμερα γράμμα...
ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥ: Μη κακοβάνεις πατέρα. Πόλεμος γίνεται, δε λέω... μα και τα γράμματα παραπεύτουνε... Και που να βρουν καιρό οι στρατιώτες για γραφές;...
 Γ. ΒΑΣΙΛΗΣ: Ναι... μα ίσαμε την περασμένη Δευτέρα παίρναμε γράμματά του ταχτικά. Δύο-τρία τη βδομάδα... Και πάνε τώρα... δεκαπέντε ημέρες και τίποτα! Πως να μην κακοβάλλω; Τούτος ήταν ταχτικός!... Όλα παραπέφτουν του δικού μας;...
ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥ: Για υπομόνεψε. Όπου νάναι θάρθει η Γιώργαινα... Μπορεί νάχουμε σήμερα.
Γ. ΒΑΣΙΛΗΣ: Ας κάμω κι αλλιώς σαν μπορώ...
(σιγή, καμπανοχτύπημα).
Τι τρέχει;
(φωνές έξω από τη σκηνή... μπαίνει η Βενετία).
 
ΣΚΗΝΗ Β΄
ΒΕΝΕΤΙΑ: Πήραμε την Κλεισούρα!  Πήραμε την Κλεισούρα! (χοροπηδητά)                        
Γ. ΒΑΣΙΛΗΣ: Είδες τη θεια σου;
ΒΕΝΕΤΙΑ:Στο δρόμο είναι, έρχεται... Ζήτω ω ω! 
Γ. ΒΑΣΙΛΗΣ: Φέρνει γράμμα;
ΒΕΝΕΤΙΑ: Δεν είδα, δεν ξέρω. Θα τους ρίξουμε στην θάλασσα! Τη Λαμπρή θα μπούμε στη Ρώμη! Θα ταγίσουμε ξινισμένη μακαρονάδα το Ντούτσε! Το ραδιόφωνο λέει πως όλος ο κόσμος θαυμάζει τα παλικάρια μας. Άγγλοι, Γάλλοι, Ρώσοι μας ζηλεύουνε για τις μεγάλες νίκες. Οι ήρωες, λένε, πολεμούν σαν Έλληνες!
(τραγουδάει)
.
"Παιδιά της Ελλάδας παιδιά!
Που σκληρά πολεμάτε
Πάνω στα βουνά...."
.
Γ. ΒΑΣΙΛΗΣ: Καλά... Καλά... Για πετάξου να δεις έρχεται η θεια σου...
ΒΕΝΕΤΙΑ: Έρχεται σας είπα ... Νάτη!...΄
 
ΣΚΗΝΗ Γ΄
ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ: 
(Μπαίνει περίλυπη).
Γ. ΒΑΣΙΛΗΣ: Γράμμα;       
ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ: Δεν είχαμε...
(ξεσκεπάζει, βλέπει και ξανασκεπάζει την κούνια).
Γ. ΒΑΣΙΛΗΣ: Ήσουν στη μοιρασιά; Μην το πήρε άλλος να το φέρει;
ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ:  Τώρα ήρθε ο ταχυδρόμος. Τίποτα! Άδειασε μια τσάντα γράμματα...Κι εμείς...
Γ. ΒΑΣΙΛΗΣ: Σε καλό του! Έπρεπε νάχει λάβει τώρα τα πλεχτά που του στείλαμε... Πάνε τόσες μέρες!...       
ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ: Δεν ξέρω!... Χίλια δυο βάνει ο νους μου.... είναι γρουσουζιά... Παιχνίδι είναι ο πόλεμος;
Γ. ΒΑΣΙΛΗΣ: Οι άλλοι τ΄ανοίξανε τα γράμματα; Μην έγραφε κάνας άλλος νέα του;          
ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ:  Ούτε ο Γιάννης, ούτε ο Δημήτρης έγραφε για τον δικόνε μας τίποτα... Προχτές κάτι αναμάσησε η Γιαννιά μα δε μου το ξεκαθάρισε...
(Φωνές)
Γ. ΒΑΣΙΛΗΣ:  Ποιος είναι; Τι γίνεται; Για ιδές.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥ:
(Βλέπει έξω από το παράθυρο).
Ο παπάς... ο πρόεδρος... ο δάσκαλος... ο γέρο Φώτης... κατεβαίνουν κατά δω...
Γ. ΒΑΣΙΛΗΣ: Που πάνε;
ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥ: Κάτω έρχονται
Γ. ΒΑΣΙΛΗΣ: Κακό σημάδι...
ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥ: Μπήκαν στην αυλή... εδώ έρχονται...
Γ. ΒΑΣΙΛΗΣ: (περίλυπος). Κι άλλο πικρό ποτήρι! Γιατί; Γιατί;;
 
ΣΚΗΝΗ Δ΄
Γ. ΦΩΤΗΣ:
(προβάλλει στην πόρτα που ανοίγει η Κωνσταντού).
Καλημέρα Βασίλη... Πως παν τα γεράματα;
Γ. ΒΑΣΙΛΗΣ: Μην μπαίνεις Φώτη, δεν θέλω παρηγοριές...     
Γ. ΦΩΤΗΣ:  Δεν είμαι μοναχός μου...
Γ. ΒΑΣΙΛΗΣ: Ξέρω... ξέρω... Μην μπαίνετε...
ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥ-ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ: Πατέρα! Πατέρα!
Γ. ΒΑΣΙΛΗΣ: Σωπάστε σεις! Κι αν έχετε δάκρυα κλαύτε!... Πάει και ο Γιώρης μου! Πάει το παιδί μου! Πάει και η στερνή μου ελπίδα!... Γιατί όλη η πίκρα του ντουνιά στη δική μου ζήση;...
ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥ-ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ: Μπάρμπα Φώτη!
Γ. ΦΩΤΗΣ: Υπομονή! Είπανε πως λαβώθηκε αλαφρά και τον στείλανε πίσω στα Γιάννενα...
ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ: Όχι... δεν είναι αλήθεια!
Γ. ΒΑΣΙΛΗΣ: Είναι νύφη! Είναι!  Είναι σκοτωμένος! Λαβωμένος θάγραφε! Πάει... Και τούτοι μας ανεβάζουνε σκαλί-σκαλί στο κακό μαντάτο... Κλαύτε τον! Μοιρολογείστε τον δίχως φωνές κι αντάρες! Πάρτε τον από εκεί (δείχνει τη φωτογραφία) Πάρτε τον! Μη βλέπω... Δεν το μπορώ...
ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ:
(αγκαλιάζοντας τη φωτογραφία)
Γιώργη μου!... Όχι!... Όχι!...
Γ. ΒΑΣΙΛΗΣ: Αν μ αγαπάς, Φώτη, πισοπάτα. Πάρε τη συντροφιά σου και τραβάτε, στις φαμελιές σας... Δεν ξέρετε κανείς σας από αξαμιές, από βόλια και από χάρο... παρηγοράω σαν και σας... Μονάχα, αν ιδείς πουθενά τον Κωνσταντή πέστου νάρθει... Εκείνος γεύτηκε του πολέμου τα ...καλά  και ξέρει... Τραβάτε... Μη στεκόσαστε... είναι ντροπής πράγμα για μένα... να σας κρατώ στο χαγιάτι... Άντεστε στο καλό...  
Γ. ΦΩΤΗΣ:  Όπως θες... Ο Θεός να σας παρηγορήσει... Ο παπάς σου φέρνει τον Κωνσταντή... Υπομονή...
(φεύγει)
Γ. ΒΑΣΙΛΗΣ: Ναι ... στο καλό....
 
ΣΚΗΝΗ Ε΄
Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ: Κουράγιο, Βασίλη... Κουράγιο, ρε, Έλληνες γεννήσαμε. Τόχει η μοίρα του τόπου μας να πληρώνει την κάθε ώρα της λευτεριά του  με καντάρια αίματα και με  ποτάμια δάκρυα... Κουράγιο!... Προχτές με παρηγόραγες εσύ για το Διαμαντή μου... σήμερα σε παρηγοράω εγώ... την άλλη ο άλλος... Νάναι καλά τα γκόνια μας.... Δεν κλείσανε τα σπίτια μας... Άλλοι ξεκληρίσανε από μπίτι! (χαμηλόφωνα
Στον Άραξο χτες ρίξανε μπόμπες στα έργα... ιταλικά αεροπλάνα και πάνε του Νικολάκη του Πετρόπουλου τα παιδιά και τα τρία! Πάνε φαμελίτες ανθρώποι! Μικροπατεράδες! Τους το κρατούνε οι αρχές ακόμα μυστικό!...
Γ. ΒΑΣΙΛΗΣ: Καρδιά, κατακαημένε Νικολάκη... Καρδιά! ΄Εβαψες τη Μικρασία με το αίμα του Αγγελή σου... Τώρα κολύμπησες το Μοριά στο αίμα... Καρδιά!...
ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥ: Ο πόλεμος!
ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ: Οι καταραμένοι!
(κλαίνε βουβά. Ο Θοδωρής περίλυπος στα γόνατα του παππού του Γ. Βασίλη).
Γ. ΒΑΣΙΛΗΣ: Ο παππούλης μου σακάτης γύρισε από το Μεσολόγγι. Ο πατέρας μου φυλάει το Δομοκό. Ο αδερφός μου ο λοχαγός έμεινε στα βουνά της Μικρασίας. Το πρώτο μου παιδί ο Θοδωρής έμεινε να κρατεί συντροφιά του μπάρμπα του στο Αφιόν Καραχισάρ. Ο Μήτσιος μου γύρισε από τη Σμύρνη με μισό πνευμόνι... Τούτος τώρα στην Κλεισούρα... Σαράντα χρονών έχασα τη μάνα τους... τάπλυνα... τάλουσα... τα μπάλωσα... τα ξεψείριασα... και  τάστειλα μπροστά από μένα... κόντρα στις βουλές του θεού και της πλάσης... Ποιος θα προστατέψει τούτα τα ορφανά, Κωνσταντή;; Τα ορφανά του Ιταλού, Κωνσταντή; Ποιός; Με τι πόδια; Μου τα σάπισαν τα μπιζάνια...
Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ: Εμείς Βασίλη!... Εσύ Βασίλη! Θα σφίξεις δόντια και καρδιά και θα αρχίσεις από ξαρχής...Μάζεψε ότι σ΄απόμεινε ακόμα και αγάντα!...
(Γ. Βασίλης και Γ. Κωνσταντής αγκαλιάζονται, δακρύζουν...).
Γ. ΒΑΣΙΛΗΣ: Το κουράγιο το λοιπόν, το γιατρικό... Που τα πουλάνε κουράγιο και υπομονή; Που;
 
ΣΚΗΝΗ ΣΤ
(Μπαίνει μια ομάδα από παιδιά και μερικές γυναίκες μαυροφορεμένες).
Γ. ΒΑΣΙΛΗΣ: Να τραγουδήσουμε τα παιδιά μας Κωνσταντή;
Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ: Με γκαρδιώνεις Βασίλη...Να τους τραγουδήσουμε , μπρε Έλληνα!....
(Τραγουδούν όλοι):
 
Ν΄αυτού ψηλά στα κρυάκουρα,
Που γείρτε το πλευρό σας
Πούπουλο νάναι ο ύπνος σας
Και μέλι τ όνειρό σας.
 
Τη λευτεριά μας γράψατε
με αίμα και δεν σβήνει.
Θα σας κρατεί στην αγκαλιά
Αιώνια η Ρωμιοσύνη.
 
(ΑΥΛΑΙΑ)

 

 

 

 


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Η διάνοιξη του δρόμου από τον Αγιώργη το Σαρά μέχρι το χωριό, μήκους 12 χιλιομέτρων έγινε το 1950. Οι Σερβαίοι διέθεσαν τις μερίδες τους από τη βοήθεια της UNRA που πουλήθηκαν για να συγκεντρωθούν χρήματα για την μπολντόζα. Επίσης δούλεψαν προσωπική εργασία όλοι οι ενήλικες του χωριού. Οι Αραπαίοι, επειδή είχαν να περπατήσουν μια ώρα παραπάνω από τους Σερβαίους, για να φθάσουν από το σπίτι τους στο έργο και μία να γυρίσουν, κοιμόσαντε το βράδυ εκεί που δούλευαν.