Χ. Ι. Μαραγκός
Όπως ανέφερα σε πρόσφατο άρθρο μου, στην ιστοσελίδα του Συνδέσμου servou.gr, σκέφτηκα να γράψω μία σειρά από άρθρα (συνδεδεμένα μεταξύ τους), που να έχουν σχέση με τη ζωή στο χωριό μας Σέρβου, από το 1900 μέχρι σήμερα. Εκτός από τις αναφορές στο χωριό, θα υπάρχουν στα άρθρα και αναφορές σε γενικότερα θέματα που θα αφορούν τόσο στην ευρύτερη περιοχή του χωριού μας, όσο και στο σύνολο της χώρας.
Ευελπιστώ πως με τα κείμενα αυτά θα δώσω τη δυνατότητα σε κάποιον ενδιαφερόμενο (πατριώτη ή μη) να έχει μια πολύ αδρή ενημέρωση για το χωριό Σέρβου, τον Τόπο που πολλοί από εμάς τους μεγαλύτερους γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε και που οι νεότεροι Σερβαίοι έχουν κάποιο γονιό ή πρόγονο που να κατάγεται από το ιστορικό αυτό χωριό.
Θα αρχίσω από τη δεκαετία 1900-1910 και κάθε νέο άρθρο θα αφορά στην επόμενη δεκαετία.
Στοιχεία από τις απογραφές, για το χωριό μας και γενικότερα.
Στην απογραφή του Οκτωβρίου του 1907, αναγράφεται πως στο χωριό Σέρβου υπήρχαν 749 κάτοικοι, 371 άνδρες και 378 γυναίκες. Στην προηγούμενη αντίστοιχη απογραφή (5-6 Οκτωβρίου 1896) οι κάτοικοι του χωριού ήσαν 570, με 290 άντρες και 280 γυναίκες. Στο διάστημα δηλαδή των 11 ετών αυξήθηκε ο πληθυσμός του χωριού κατά 179 κατοίκους, περίπου 30%.
Επειδή στην απογραφή του 1896 υπάρχουν πολλά στοιχεία, αξίζει να αναφέρουμε πως το χωριό μας ήταν το μεγαλύτερο του Δήμου Ηραίας που τότε αριθμούσε περί τα 28 χωριά (σήμερα αριθμεί πάνω από εκατό) με δεύτερο το χωριό Ράφτη. Τα Λαγκάδια είχαν τότε 7.500 κατοίκους η Δημητσάνα 6.000, η Αττικοβοιωτία 313.00, ενώ το σύνολο του πληθυσμού της χώρας ήταν 2.433.000 κάτοικοι.
Η ζωή στο χωριό.
Χρεοκοπία και φτώχια.
Εκείνη τη δεκαετία, η ζωή στο ορεινό και άγονο χωριό Σέρβου, με υψόμετρο 1111 μέτρα (στο πάνω μέρος), φαίνεται πως κυλούσε ήρεμα, αφού δεν υπήρξε πόλεμος ή κάποια μεγάλη επιδημία. Όμως, υπήρχε πολύ μεγάλη φτώχεια (όπως σε όλη σχεδόν την ύπαιθρο χώρα), τόσο λόγω της περιορισμένης παραγωγής σε είδη πρώτης ανάγκης για επιβίωση, όσο και λόγω της χρεοκοπίας που προηγήθηκε το 1893 και επί πλέον του δανείου των εκατό εκατομμυρίων χρυσών γαλλικών φράγκων που υποχρεώθηκε να πληρώσει η Ελλάδα ως αποζημίωση στους Τούρκους, για τον άτυχο ελληνο-τουρκικού πολέμου του 1897. Στον πόλεμο αυτό κλήθηκαν να υπηρετήσουν και πολέμησαν επί του πεδίου 41 πατριώτες, τα ονόματα των οποίων αναφέρονται σε άρθρο του στρατηγού ε.α. Χ. Αθ. Μαραγκού.
Για τις συνέπειες αυτού του πολέμου αναφέρει χαρακτηριστικά στο άρθρο του ο στρατηγός:
«Δια της συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως ρυθμίσθηκαν ελαφρώς υπέρ της Τουρκίας τα σύνορα και υποχρεώθηκε η Ελλάδα να πληρώσει 100 εκατομ. χρυσά φράγκα ως πολεμική αποζημίωση, δια την καταβολή της οποίας έλαβε ισόποσο δάνειο από τις Δυνάμεις και δέχτηκε προς εξασφάλιση των δανειστών την επιβολή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου στην διαχείριση των «υπεγγύων προσόδων» και των εισαγωγικών τελών του λιμένος Πειραιώς»
(Υπέγγυοι πρόσοδοι = κρατικό μονοπώλιο σε χαρτόσημο, καπνό, αλάτι, πυρεία, παιγνιόχαρτα, πετρέλαια, ώστε με τα έσοδα να πληρώνεται στο δάνειο).
Τα προς το ζειν.
Οι πατριώτες ζούσαν τότε στο χωριό κυρίως από την καλλιέργεια της γης και την κτηνοτροφία. Όλα σχεδόν τα σπίτια είχαν χωράφια, κυρίως σε μακρινές αποστάσεις 2-3 ωρών (καλλιεργούσαν τη μια χρονιά σιτάρι και την άλλη αραποσίτι), αμπέλια και περιβόλια. Επίσης όλοι είχαν μερικές κατσίκες ή/και πρόβατα στο σπίτι τους (λίγοι ήσαν μεγαλοτσιοπάνηδες) και όλοι σχεδόν είχαν κότες και ένα τουλάχιστον χοιρινό, που το έσφαζαν συνήθως στις απόκριες. Μουλάρι ή γαϊδούρι ή και τα δύο θα έβρισκες σε κάθε κατώι του χωριού, σπάνια και κανένα άλογο. Όμως με όλα αυτά δεν μπορούσε να ζήσει μια οικογένεια, η οποία συνήθως ήταν πολυμελής (κατά μέσο όρο υπολογίζω 7-8 άτομα), για όλο το χρόνο. Με αυτά περίπου τα άτομα σε κάθε νοικοκυριό τα σπίτια θα ήσαν περίπου εκατό. Στα χρόνια που ακολούθησαν γίνονταν διαρκώς νέα σπίτια που ξεπέρασαν τελικά τα διακόσια. Τα παλιά σπίτια ήσαν πετρόχτιστα 50-60 τ. μέτρα και όλα είχαν αυλή και κατώι, για τα «ζωντανά». Το αποχωρητήριο ήταν σε κάποια άκρη της αυλής.
Λόγω ακριβώς της ανέχειας που υπήρχε, όλοι σχεδόν οι άνδρες του χωριού και τα μεγάλα κάπως αγόρια, πήγαιναν για οικοδομικές εργασίες, τη λεγόμενη «μαστοριά» (που επίσης την έλεγαν και ασημότεχνη) μια με δυο φορές το χρόνο, για να φέρουν λίγα χρήματα και κάποιες επί πλέον προμήθειες, να μπορέσει να ζήσει η οικογένεια. Ήταν τα γνωστά «μπουλούκια» (συνήθως 5-8 ατόμων) με τον πρωτομάστορα, τους μαστόρους, τους τριώτες και τα μαστορόπουλα με τα γαϊδουρομούλαρα. Εκεί που πήγαιναν, συνήθως στη Μεσσηνία (Μεσσένια, τη λέγανε) έφτιαχναν διάφορα οικοδομικά έργα, συνήθως σπίτια, αλλά και εκκλησίες, σχολεία, μάντρες κλπ.
Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, του άγονου δηλαδή της περιοχής του χωριού μας και της αδυναμίας στοιχειώδους επιβίωσης, αρκετοί πατριώτες αποφάσισαν να φύγουν για τις μεγάλες πόλεις, κυρίως τον Πειραιά και την Αθήνα και κάποιοι για την Αμερική. Στο βιβλίο του Β. Δάρα αναγράφονται 25 συνολικά ονόματα πατριωτών που έφυγαν από το χωριό για τη μακρινή Ήπειρο.
Αυτοκίνητα βέβαια δεν υπήρχαν εκείνη την εποχή (στις αρχές του αιώνα κυκλοφόρησε το πρώτο αυτοκίνητο στην Ελλάδα, του τότε διαδόχου Κωνσταντίνου) και όλα τα ταξίδια γίνονταν με τα πόδια και τα ζώα, και σπανιότερα με τα κάρα. Πάντως, ο φαρδύς δρόμος για τα Λαγκάδια και τη Δημητσάνα έγινε τη δεκαετία 1890-1900, επί πρωθυπουργίας κυρίως του Δεληγιάννη. Με τα δύο αυτά κεφαλοχώρια οι πατριώτες είχαν στενές σχέσεις, γιατί από αυτά προμηθεύονταν πράγματα που είχαν ανάγκη και επί πλέον σε αυτά υπήρχε Γυμνάσιο (σημερινό Γυμνάσιο+Λύκειο) που μπορούσαν να σπουδάσουν κάποια παιδιά. Επί πλέον υπήρχαν και οι διάφορες Υπηρεσίες, όπως δικαστήριο, Ταμείο, συμβολαιογραφείο κλπ. Τα Λαγκάδια απείχαν 1,5-2 ώρες από το χωριό και η Δημητσάνα περί τις 3.
Οι προεστοί του χωριού.
Ο Παππάς
Σημαντικός παράγοντας του χωριού τη δεκαετία 1900-1910 ήταν ο Παπά-Δημήτρης (1848-1927) ο οποίος ιερουργούσε από το 1883 (και μέχρι του θανάτου του). Είχε χειροτονηθεί ιερέας στην Μητρόπολη Αθηνών, λόγω των διασυνδέσεων του ιερέα πατέρα του, και του προπάππου του παπα-Νικολάκη Μαραγκού, που ήταν ο πρώτος ιερέας στο χωριό από το 1800 περίπου, μέχρι του θανάτου του το 1830. Ο πατέρας του παπα-Δημήτρη ο παπα-Νικόλαος, που επίσης χειροτονήθηκε στην Μητρόπολη Αθηνών, άλλαξε το όνομά του από Μαραγκός σε Παπανικολάου (στη μνήμη του παππού του) και ιερούργησε στο χωριό μόνο επί μία δεκαετία (1854-1864), λόγω πρόωρου θανάτου.
Από πλευράς Ναών μέσα στο χωριό υπήρχε ο μικρός Ναός στη θέση που βρίσκεται σήμερα η Μητρόπολη του χωριού «Κοίμησης Θεοτόκου» και ο επιβλητικός Ναός «Ζωοδόχος Πηγή» στο πάνω μέρος του χωριού, έργο του Ι. Δάρα, το 1872. Ας σημειωθεί πως το θρησκευτικό συναίσθημα των πατριωτών εκείνη την εποχή ήταν ιδιαίτερα έντονο και σχεδόν όλοι φρόντιζαν να εκκλησιάζονται συχνά τις Κυριακές και εορτές.
Ο πρόεδρος
Για τη δεκαετία που αναφερόμαστε, δεν υπήρχε πρόεδρος στο χωριό. Το χωριό μας έγινε κοινότητα το 1912. Μέχρι τότε υπαγόταν στο Παλούμπα και εκπροσωπείτο από πάρεδρο (δημογέροντα) που εκείνη την περίοδο το αξίωμα αυτό είχε ο Αθανάσιος Ν. Σχίζας (Θανασάς).
Ο δάσκαλος.
Το σχολείο, όπως αναφέρει ο δάσκαλος Β. Δάρας στο βιβλίο του, ιδρύθηκε στο χωριό μας το 1878, με πρώτους δασκάλους κάποιον Τζινιέρη από τα Λαγκάδια και κάποιον Λεονάρδο από την Καρύταινα. Στη συνέχεια ανέλαβε την μόρφωση των Σερβιωτόπουλων ο πατριώτης δάσκαλος Νικόλας Δ. Σχίζας, ο οποίος πρόσφερε μέγιστες υπηρεσίες στο χωριό.
Γενικότερα θέματα της Ελλάδος σε αυτή τη δεκαετία.
Εκείνη την εποχή βασιλιάς της Ελλάδος ήταν ο Γεώργιος ο Α΄, ενώ στη θέση του πρωθυπουργού βρέθηκαν κατά περιόδους ο Θεοτόκης, ο Ζαΐμης ο Δεληγιάννης, ο Ράλλης, ο Μαυρομιχάλης, ο Δραγούμης και τελευταίος ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που ανέλαβε την εξουσία μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου του 1910, σηματοδοτώντας μια νέα εποχή για τη χώρα.
Η δεκαετία αυτή σημαδεύτηκε από σημαντικά προβλήματα όπως:
*την κρίση των Ευαγγελικών (αιματηρές συγκρούσεις το 1901 για το ποια γλώσσα θα επικρατήσει, η δημοτική ή η καθαρεύουσα)
*τον Μακεδονικό Αγώνα (συγκρούσεις ελληνικών και βουλγαρικών ένοπλων ομάδων 1904-1908 για τον προσεταιρισμό σλαβόφωνων μακεδονικών περιοχών, που τότε ανήκαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Θάνατος μακεδονομάχου Παύλου Μελά 1904).
*την χρεοκοπία του 1893 και εκείνη για τον πόλεμο του 1897 (συνεχιζόμενη επιτήρηση) και
*το Κίνημα στο Γουδί. (στρατιωτικοί με δυνάμεις στο Γουδί, στασίασαν το 1909 και απαίτησαν από την κυβέρνηση πάταξη της διαφθοράς, ανασυγκρότηση στρατού και κράτους. Τελικά συμβιβάστηκαν με την άνοδο του Βενιζέλου στην εξουσία).













