Ο Κωστής Παλαμάς και η Μακεδονία (Ανάλυση)
Κωστής Παλαμάς
Ο πνευματικός πατέρας 
του Νέου Ελληνισμού

Το να σηκωθείς είναι δύσκολο μα όχι ακατόρθωτο. 
Το να πάρεις όμως την Ιστορία στην πλάτη σου 
και να την κουβαλήσεις σε λεύτερα μονοπάτια, 
στο ξέφωτο, αυτό και αν είναι ηρωισμός.


Στις 27 Φεβρουαρίου 1943 περνά στην ΑΘΑΝΑΣΙΑ, σε ηλικία 84 ετών, ο σπουδαίος Έλληνας ποιητής Κωστής Παλαμάς. Ήταν βαριά άρρωστος όταν κοιμήθηκε στο σπίτι του, στην οδό Περιάνδρου 3 στην Πλάκα. Λίγες μέρες νωρίτερα, στις 9 Φεβρουαρίου του 1943, είχε κοιμηθεί και η γυναίκα του Μαρία. «Χτες βράδυ μία είδηση ακατανόητη μας ήρθε. Μία είδηση ασύλληπτη. Ο Γέρο-Παλαμάς πέθανε. Είχαμε ξεχάσει πως ήταν θνητός» γράφει στο προσωπικό της ημερολόγιο η Ιωάννα Τσάτσου.

Στην κηδεία τού ποιητή τής ΜΕΓΑΛΗΣ ΙΔΕΑΣ γίνεται η πρώτη αντικατοχική εκδήλωση.

Πέθανε σε βαθιά γεράματα στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 έπειτα από σοβαρή ασθένεια, 40 ημέρες μετά το θάνατο της συζύγου του (τον οποίο δεν είχε πληροφορηθεί επειδή και η δική του υγεία ήταν σε κρίσιμη κατάσταση).

Ο γιος του Λέανδρος, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Κωνσταντίνου Τσάτσου δεν επιθυμούσε η κηδεία του πατέρα του να πάρει εθνοπατριωτική διάσταση, επειδή φοβόταν πως οι Ιταλικές αρχές κατοχής θα του στερούσαν το διαβατήριό του.



Η κηδεία του έμεινε ιστορική, καθώς μπροστά σε έκπληκτους Γερμανούς κατακτητές, χιλιάδες κόσμου τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία, στο Α' νεκροταφείο Αθηνών, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο.

Στις 28 Φεβρουαρίου 1943 απήγγειλε στην κηδεία του Κωστή Παλαμά, ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός (1884-1951) το περίφημο ποίημά του, που αρχίζει με τους στίχους «Ηχήστε οι σάλπιγγες». «Σε αυτό το φέρετρο ακουμπάει η Ελλάδα» που είχε γράψει τα χαράματα της 28ης Φεβρουαρίου προς τιμήν του μεγάλου ποιητή:


«Παλαμάς» - Άγγελος Σικελιανός
 
Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !
 
Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιόν κλεί, τι κι αν το πεί η δικιά μου γλώσσα;
 
Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,
Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ' αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ' τον στα χέρια
 
γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας
που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη,
πες μ' ένα μόνο ανασασμόν: "Ο Παλαμάς !",
ν' αντιβογκήσει τ' όνομά του η οικουμένη !
 
Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !
 
Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένας λαός,
σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει...
κι ακέριος φλέγεται ως με τ' άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει.
 
Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός
της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα
Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός
την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,
 
που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά
στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,
τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο
με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.
 
Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές 
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα !


Ο Κωστής Παλαμάς (Πάτρα, 13 Ιανουαρίου 1859 - Αθήνα, 27 Φεβρουαρίου 1943) ήταν Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ιστορικός και κριτικός της λογοτεχνίας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, με σημαντική συνεισφορά στην εξέλιξη και ανανέωση της νεοελληνικής ποίησης. Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λογοτεχνικής γενιάς του 1880, πρωτοπόρος, μαζί με τον Νίκο Καμπά και τον Γεώργιο Δροσίνη, της αποκαλούμενης Νέας Αθηναϊκής (ή Παλαμικής) σχολής.
 
Ο Παλαμάς ήταν ένας από τους πολυγραφότερους Έλληνες λογοτέχνες και πνευματικούς ανθρώπους. Δημοσίευσε συνολικά σαράντα ποιητικές συλλογές, καθώς και θεατρικά έργα, κριτικά και ιστορικά δοκίμια, συγκριτικές μελέτες και βιβλιοκριτικές. Την επιμέλεια της επανέκδοσης των έργων του μετά το θάνατό του ανέλαβε ο γιος του Λέανδρος Παλαμάς επίσης ποιητής και κριτικός της λογοτεχνίας.

Η οικία του Παλαμά στην Πάτρα σώζεται ως σήμερα στην οδό Κορίνθου 241. Τρία χρόνια πριν τη γέννηση του Παλαμά στο ίδιο σπίτι γεννήθηκε η μεγάλη Ιταλίδα πεζογράφος Ματθίλδη Σεράο.

Ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 14 φορές (1926, 1927, 1928, 1929, 1930, 1931, 1932, 1933, 1934, 1935, 1936, 1937, 1938 και 1940). Ανάμεσα σε αυτούς που πρότειναν τον Παλαμά για το βραβείο υπήρξε και ο νικητής του 1916 Καρλ Γκούσταφ Βέρνερ φον Χάιντενσταμ, ο οποίος πρότεινε τον Παλαμά τρεις φορές (1928, 1930 και 1935). Σήμερα "τιμής ένεκεν" φέρεται αφιερωμένη στο όνομά του μεγάλη αίθουσα εκθέσεων του πολυχώρου Τεχνόπολις στην Αθήνα.

Ὤ! Πόλη! - Κωστὴς Παλαμᾶς
Ὤ! Πόλη! Ἐσὺ τοῦ πράσινου διθάλασσο ὅραμα,
Πατρίδα τῆς Πατρίδας μου, οἱ Σουλτάνοι
Σὲ ντρόπιασαν, ἐμάρανέ σε ὁ Ξεπεσμός.
Ὅμως ὁ Ἀθάνατος Ἀϊτὸς δὲ σὲ ξεχνάει.
 
Ἀπὸ Βοριᾶ, ἀπὸ Δύση κι ἀπ᾿ Ἀνατολή,
Ἀράδα κράδα δοξαστὴς ρηγάδων τροπαιοφόρων,
Γυρνάει τὶς νύχτες πρὸς ἐσὲ νὰ στάξει δάκρυα πύρινα.
Ἀπάνου ἀπ᾿ τοὺς τάφους τῶν Αὐτοκρατόρων.(*)


(*) Αναφορά στην Κωνσταντινούπολη [Πάρθεν η Ρωμανία - Η συγκλονιστικότερη μέρα του νεότερου Ελληνισμού. Η ΠΟΛΙC ΕΑΛΩ]

Διακρίσεις
  • Ανακήρυξή του σε κορυφαίο πεζογράφο και έναν από τους τρεις κορυφαίους ποιητές όλων των εποχών.
  • Δημιουργία μουσείου με το όνομά του.
  • Δημιουργία ιδρύματος με το όνομά του.
  • Βράβευση του με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών το 1925 από την ακαδημία Αθηνών της οποίας διορίστηκε μέλος το 1926, ενώ εξελέγη πρόεδρός της το 1930.
Ὁ Κωστῆς Παλαμᾶς καὶ ἡ Μακεδονία.
 
  • Για τον Παλαμά, η Ελλάδα ήταν κάτι το πολύ πιο μεγάλο από όσο είναι και η πιο τρανή χώρα. Ήταν το απόλυτο. Ήταν όλα. Έτσι σκεφτόταν και, προ παντός, έτσι στοχάζονταν και οραματίζονταν οι άνθρωποι της εποχής του, η γενιά του.

Ήταν η μεγάλη γενιά που ένοιωθε ακόμη γύρω της ζεστό το Εικοσιένα. Έβλεπε πως το Εικοσιένα είχε μείνει μισό, πως είχε αρχίσει μόνο. Έπρεπε το Εικοσιένα να πραγματωθεί ολόκληρο. Από την Ελλάδα του ’21 είχε μείνει έξω η Μακεδονία. Όλα τείναν προς τα εκεί. Η μικρή Ελλάδα, η ατροφική Ελλάδα του 1850, του 1860, του 1870, του 1880, του1890, αν έμενε με το σώμα που είχε, θα πέθαινε. Ή θα έπρεπε να μεγαλώσει εδαφικά και σωματικά, ή θα πάθαινε ατροφία πλήρη και θα έσβηνε από τον χάρτη. Απότοκος αυτής της αναγκαιότητας ήταν ο άτυχος πόλεμος του 1897.

Σήμερα, την ατυχία εκείνη που τόσο την επέκριναν σαν ολέθριο λάθος, εμείς την βλέπουμε σαν ένα θλιβερό επεισόδιο μέσα στο σύνολο και την εξέλιξη ενός μεγάλου αγώνα. Το θλιβερό εκείνο επεισόδιο, είχε και μερικά καλά αποτελέσματα. Δημιούργησε μια αντίδραση, μια προσγείωση, μια ανάγκη «ρεβάνς». Στις συνειδήσεις των εκλεκτών και των νέων δημιούργησε το αίσθημα της «ευθύνης» – επειδή ακριβώς το ’97 υπήρξε μια εκδήλωση ανευθυνότητας. Και το αίσθημα αυτό της ευθύνης, αίσθημα βαθύτερα ηθικό, μας έφερε σε δύο θαυμαστά και παράλληλα αποτελέσματα και επιτεύγματα: στην ποίηση και στον μακεδονικό αγώνα.

Η ποίηση και ο εθνικός αγώνας (δηλαδή ο μακεδονικός) ήταν τότε κάτι το κρυφό, το παράνομο, το ανεπίσημο και το καταδιωγμένο από τις συμβατικές ελληνικές συνειδήσεις. Η ήττα του ’97, η καθαρεύουσα και η προγονοπληξία, δεν επέτρεπαν την πολυτέλεια του να έχουμε αληθινή επική και εποικοδομητική ποίηση, ποίηση εθνική, μήτε και έφεση προς την απολύτρωση των αλύτρωτων Ελλήνων. Κι όμως, τα δυο αυτά, σε πείσμα της κάθε αντιξοότητας, υπήρχαν. Δρούσαν. Ενεργούσαν. Και τόσο πιο έντονα και πιο πεισματικά, όσο πιο τυφλή και πιο άκαμπτη ήταν η αντίδραση.

«Ἡ φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ» δεν βγαίνει μόνο από ελληνικότητα και από επική έμπνευση. Βγαίνει κι από θέληση, βγαίνει κι από πείσμα. Από το πείσμα της ελληνικής ζωής που θέλει να ζήσει, και που γι’ αυτό διαλέγει μεγάλα ιστορικά σύμβολα, σαν κι αυτό του Μακεδονίτη Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου. Αυτός στοίχειωσε την πεισματωμένη ψυχή και φαντασία του Κωστή Παλαμά. Αυτός εμψύχωσε το «τραγούδι τῶν ἡρώων» που ένοιωσε την ανάγκη να γράψη ο Παλαμάς, για να ξυπνήσει με τους τραχειούς τόνους του τις κοιμισμένες και φοβισμένες συνειδήσεις των συγκαιρινών του. Τις συνειδήσεις που τις κατέτρυχε σαν εφιάλτης η φυγή των νικημένων Ελλήνων του ’97, και που, πτοημένες απ’ αυτή τη φυγή, δεν μπορούσαν πια να φαντασθούν την ιστορία μας παρά σαν μια διαρκή υποχώρηση κι ένα σκόρπισμα του ελληνισμού – πράγμα εντελώς αντίθετο με την Ελλάδα του μακεδονίτη Βουλγαροκτόνου, όπου αυτός εξανάγκαζε τα πάντα να σκορπιούνται και να υποχωρούν μπροστά στην ακατανίκητη ορμή του.

  • Η «φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ» αρχίζει μ’ έναν πρόλογο όπου ο ποιητής εξηγεί έμμετρα το σκοπό και την φύση του έπους που ακολουθεί. Το έπος χωρίζεται σε δώδεκα λόγους. Μα πριν αρχίσει το κύριον έπος, ανάμεσα στον πρόλογο και σ’ αυτό, μεσολαβεί ένα αυτόνομο ποίημα, ένα «επεισόδιο», τιτλοφορούμενο «Ὁ γιὸς τῆς χήρας».

Το αφηγηματικό αυτό ποίημα αναπτύσσει έναν μύθο σχετικό με την παράδοση, την καταγωγή και τη μοίρα της Μακεδονικής Δυναστείας. Ένας τσάρος Βούλγαρος, ο Κρούταγος, αποφασίζει να τους απελευθερώσει. Οι δούλοι περνάν από ᾿μπρός του και τον ευχαριστούν για τη μεγάλη του χειρονομία, γονατίζοντας και σκύβοντας. «Μόνο ἕνας μπρός του σάν περνᾶ δέ γονατᾶ, δέ σκύβει». Ποιός είναι; Ένας λεβέντης νιος αρχοντικός, περήφανος, γνωστός στο στρατόπεδο σαν «ὁ γιός τῆς χήρας». Ο γιός της χήρας είναι το κρυφό καμάρι των σκλάβων. Τον έχουν για αρχηγό τους, για δύναμη τους, επειδή σαν μικρός, μια μέρα καλοκαιρινή μέσα στον μακεδονίτικο κάμπο, καθώς κοιμούνταν και τον χτυπούσε ο αλύπητος ήλιος με κίνδυνο να τον θανατώσει κι η μάνα του προσπαθούσε να του βρει λίγο ίσκιο:

μά εἶναι κοντούλι τό δεντρί, καί νά ! ψηλώνει ὁ ἥλιος
κι οἱ ἀχτίδες του κατάσταυρα τό ἀγόρι της χτυπᾶνε·
καί τ’ ἀγναντεύει· πααίνοντας γιά νά τό πάρει, βλέπει
κάτι σά μέγα σύγνεφο πού γοργοχαμηλώνει
καί παίρνει καί ζυγιάζεται ἴσο ᾿πάνου ἀπ᾿ τό βρέφος,
καί νά το κρύψει πολεμᾶ καί νά τό πάρει τοῦ ἥλιου
κοιμίζοντάς το πιό βαθιά στήν πυκνεράδα τοῦ ἴσκιου.
Ξαφνιάζεται καί λαχταρᾶ καί ξεφωνίζει ἡ χήρα.
Δέν εἶναι μέγα σύγνεφο, δέν εἶναι ἀχνοῦ μαυρίλα.
Νάτος ! ἀητός κυνηγητής, ἀητός καμαρομύτης,
μέ τά τετράπλατα φτερά, τά κλαδωμένα πόδια,
καί τό κορμί τό παρδαλό, τό κίτρινο, ἄσπρο, μαῦρο.
Στῆς γυναικός τ’ ἀνάκρασμα τρέχουν κι ἀκόμα τρέχουν
θερίστρες, θεριστάδες, λαός, ἀπό παντοῦ κι οἱ ἀργάτες,
κι ἀνάφτουν πετροπόλεμο νά διώξουν τ’ ἀγριοποῦλι,
καί τ’ ἀγριοποῦλι φεύγει μιά καί μιά ξανασιμώνει
κι ἑφτά φορές τό κυνηγᾶν κι ἑφτά φορές γυρίζει
πάνου ἀπ’ τόν ὕπνο τοῦ παιδιοῦ ν’ ἁπλώσει τά φτερούγια.
Καί νά! ἕνας γέρος δουλευτής πού κάτεχε ἀπό μάγια
κι ἀπό μαντέματα ἔννοιωθε πρόβαλε καί εἶδε καί εἶπε:
” Μεγάλη ἡ χάρη τοῦ θεοῦ καί δόξα στ’ ὄνομά του
κι ὁ σταυραητός εἶναι σταλτός ἀπό τό θέλημά του.
Τόν ἐρχομό τῆς ἄνοιξης μᾶς δείχνει τό λελέκι,
κι ἐσύ, χινόπωρο, μᾶς λές ἡ κυκλαμιά πώς ἦρθε,
μᾶς λέει τήν μοίρα τήν τρανή κι ὁ ἀϊτός ὁ μακρομύτης
ἡ κουκουβάγια ὅπου ἀκουστεῖ τή συμφορά μηνάει,
τό χελιδόνι ὅπου ἀκουστεῖ τήν εὐτυχία μοιράζει,
κι ὅποιον ἰσκιώσει σταυραϊτός, αὐτός θά βασιλέψει.»
 

Κάτω από τα μεγαλόπρεπα φτερούγια του θρυλικού αετού προσδιορίστηκε η μοίρα του μεγάλου μακεδονίτη βασιλιά:

Τ᾿ ὄρνιο τό μακροφτέρουγο φτερούγιασε καί πάει
ὅμως τό μάγεμα ἔστεκε τοῦ ἴσκιου του γιά πάντα.
Κι ἔτσι ἀπό ᾿κείνη τή στιγμή κι ἀπό τή μέρα ᾿κείνη
τό νιό τόν εἶχαν κόνισμα καί τόνε προσκυνοῦσαν.


Το προλογικό αυτό επεισόδιο που μας βάζει τόσο έμμεσα μέσα στην αίγλη της Μακεδονικής δυναστείας, τελειώνει με τους θαυμάσιους τούτους θριαμβευτικούς στίχους:

Περηφανέψου Ἀνατολή καί ζηλοφτόνα Δύση
κι ἐσύ Κωνσταντινόπολη βάλε τά γιορτερά σου:
Γένος Μακεδονίτικο φυτρώνει καί καρπίζει,
βλαστούς καί παραβλάσταρα ξαπλώνει βασιλιάδες,
κι εἶναι τῆς Χήρας τό παιδί τό πρωτοβλάσταρό του.
Ἀνοίγει καί ἡ Χρυσόπορτα διάπλατη καί προσμένει
τούς βασιλιάδες νά διαβοῦν μέ τίς χρυσές κορῶνες.
Σκίστε τή γῆ καί μέσα της κρυφτεῖτε ντροπιασμένοι
Σαρακηνοί καί Νορμανδοί καί Βούλγαροι καί Ροῦσσοι!


Το αντισλαυϊκό και αντιβαρβαρικό μακεδονικό μήνυμα έχει δοθεί. Το ενσαρκώνει ο αετογέννητος μέσα στον μακεδονίτικο κάμπο, Βασίλειος Βουλγαροκτόνος. Η νέα κορυφή της Ρωμιοσύνης, η συνέχεια του Αχιλλέα και ο ταυτόσημος του Διγενή Ακρίτα.
Στο ίδιο αυτό ποίημα ο Παλαμάς μας δίνει μια ομηρικά πλούσια και ζωντανή ζωγραφιά του μακεδονίτικου κάμπου, σε ώρα καλοκαιρινού μεσημεριού:

Εἴτανε μέρα θερισμοῦ, μεσημεριοῦ ὥρα ἦταν,
ὁ κάμπος ὁ κατάσπαρτος μόλις γλυκοσαλεύει,
σάν ἕνα κοίμισμα παιδιοῦ ξανθότατου στήν κούνια.
Τό κόψανε γιά μιά στιγμή τό θέρισμα κι οἱ ἀργάτες
καί δέν ἀκούγεται λαλιά καί δέ γροικιέται γοῦσλα,
τῆς μέρας εἶναι ἡ ζωγραφιά, τῆς νύχτας ἡ γαλήνη.
Τά περιστέρια ταιριαστά φωλιάζουν καί κοιμοῦνται
καί κάποια σά χιονόβολα πού δέν τά λυώνει ἡ φλόγα.
Μέσ᾿ στά χωράφια ποῦ καί ποῦ καί οἱ παπαροῦνες γέρνουν
στεγνές τίς πορφυρόμαυρες θωριές τους πρός τό χῶμα,
σά νά ζητᾶν ἀπό τή γῆ τό δρόσος πού δέ βρίσκουν,
κι ἀπό τή λαύρα στέκονται σωμένες οἱ ἀγελάδες
μέ τά μεγάλα μάτια τους τά μαῦρα πού γιαλίζουν,
κι ἀπό μακρυά σάν πλάσματα φαντάζουνε πετρένια
κι ἀπό τό διάβα τοῦ καιροῦ μαυροκιτρινιασμένα.
Τόν ἴσκιο τους ἀνώφελο ξαπλώνουν τά πλατάνια
καί σά νά καρφωθήκανε τά φύλλα στά κλαδιά τους.
Στυλώνει ὁ ἥλιος τή ματιά, ματιά πυρή φειδίσια,
τή γῆ, τό μυριοπλούμιστο πουλί, γιά νά βασκάνει,
καί κάθε τι καλό γερό καί λυγερό καί μέγα
σωπαίνει καί ὀνειρεύεται καί δένεται ἀπό μάγια.


Στον τρίτο λόγο της «Φλογὲρας τοῦ Βασιλιᾶ» ο Παλαμάς υφαίνει την πολεμική και την κατακτητική του δόξα, από τα ονόματα και τα χαρακτηριστικά των πόλεων και των τόπων που τον είδαν τροπαιούχο και θριαμβευτή, απελευθερωτή και εκδικητή. Στην κορυφή τους, στέκεται η Θεσσαλονίκη, «νευραλγικόν σημεῖον τῆς ἐθνικής ψυχῆς», κοινή λαχτάρα των αλλοφύλων, από τα χρόνια εκείνα ώς τα σημερινά. Πόσο καίριοι, και σαν ποίηση μα και σαν εθνική τοποθέτηση της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας, είναι τούτοι οι στίχοι:

Κι ἀπάνου ἀπ’ ὅλα ἡ δόξα του πάει πρός τη χώρα πού εἶναι
τό Παγγαῖο τό λογάρι της κι εἶναι ἡ Θεσσαλονίκη
βασίλισσά της, κι ἡ Ἔδεσσα μάννα της, βρυσομάννα,
κι εἶναι τοῦ Σλαύου τ’ ὄνειρο και τοῦ Ρωμιοῦ ἡ λαχτάρα.
Ἁπλώνεται καί ὀργώνεται κι ἀνθίζει καί πατιέται
στή μέση τοῦ Ἀλιακμονα καί τοῦ Ἀξιοῦ πού πάντα
ποτάμια ντεληπόταμα, Βαρδάρι καί Βιστρίτσα,
δέ στέκουν, ὅλο ξεχειλᾶν κι ἀγριεύουνε καί τρέχουν,
καί τή φυλάγουν καί τή ζοῦν τή χώρα, μά τοῦ κάκου,
γιατί νεροσυρμές λαῶν κι ἐθνῶν καταποτῆρες
κυλᾶνε πάντα ἀπάνου της καί τήνε πλημμυρίζουν
πολιτισμένοι, βάρβαροι, παλιές καινούργιες φάρες,
καί τιποτένιοι καί ἀκουστοί γοργά καί ἀργά διαβαίνουν,
ψάχνουν ἐδῶ, σκάφτουν ᾿κεῖ, χτυπᾶν, παραμονεύουν,
καί τούς θαμπώνει τ’ ὅραμα, κι ἡ χώρα κι ἡ ἴδια στέκει
σάν ὅραμα θαμπωτικό τή φαντασία χτυπώντας.


Στον Τέταρτο Λόγο γίνεται η απαρίθμηση των λαών και των φυλών που συνέθεταν τον βυζαντινό στρατό, με τις ιδιαίτερες φορεσιές τους, τον οπλισμό τους και τα πολεμικά τους και θρησκευτικά συνήθεια. Ελληνικές οι πιο πολλές καταβολές. Περνάν από ᾿μπρός μας, σαν σε πλαστικό όνειρο, όλες οι ελληνικές ράτσες. Κι έρχεται και η σειρά της Θεσσαλονίκης:

……………καί τῆς Θεσσαλονίκης
βλαστοί, πρωτοπαλλήκαρα καί πολεμάρχοι, μέσα
κι ἀπό τή γῆ πού ἱέρισσα καί καπετάνισσα εἶναι,
στὄνα της χέρι τό σπαθί καί στ ‘ ἄλλο το βαγγέλιο,
καί τοῦ πελάου καί στεριανή καί στό ρωμαίικο Γένος
ἀφρός ἀπό τή δόξα του κι ἀπό τή δύναμή του.
Μακεδονίτες ποταμοί, μακεδονίτες ἄντρες
ἀνταμωμένοι ἀπάνω της θεριεύουνε καί στέκουν
κι ἀντρειεύονται τοῦ Βούργαρου καί τόν κρατᾶν τό Σλαῦο.
Kostis-Palamas-S.Drekou-aenai.epAnastasi


Όλο το ποίημα της «Φλογέρας τοῦ Βασιλιᾶ» είναι κατάσπαρτο από εικόνες που αναφέρονται στη Μακεδονία, εκτός βέβαια από τα κομμάτια που παραθέσαμε. Μα ποτέ δεν έπαψε ο Παλαμάς να θερμαίνεται από τη σκέψη, από την αίσθηση, από την ιστορία, από το μέγεθος, από τη σημασία της μεγάλης αυτής και πολυσήμαντης ελληνικής περιοχής. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι τη «Φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ» την έγραφε επί πολλά χρόνια. Νεώτατος είχε συλλάβει την ιδέα της. Σε ηλικία 51 χρονών την πρωτοπαρουσίασε στον ελληνισμό. Δηλαδή την δούλευε στο διάστημα του «μακεδονικοῦ ἀγώνα». Στα 1904 σκοτώθηκε η ψυχή του αγώνα, ο Παύλος Μελάς. Την εποχή εκείνη ήταν συνεπαρμένος ο Παλαμάς από το έπος που προετοίμαζε και που το προώριζε για ξυπνητήρι του ελληνισμού. Ο ηρωϊκός θάνατος του ευγενικού και αριστοκράτη μακεδονομάχου τον συγκινεί βαθειά. Κι ένα σύντομο μα συναρπαστικό και επιγραμματικό ελεγείο πετιέται από τη συγκίνησή του. Το καλλίτερο μνημείο για τον Παύλο Μελά.

Σέ κλαίει λαός. Πάντα χλωρό νά σειέται τό χορτάρι
στόν τόπο πού σέ πλάγιασε τό βόλι, ὦ παλληκάρι!
Πανάλαφρος ὁ ὕπνος σου, τοῦ Ἀπρίλη τά πουλιά
σάν τοῦ σπιτιοῦ σου νά τ’ ακοῦς λογάκια καί φιλιά.
Καί νά σοῦ φτάνουν τοῦ χειμώνα οἱ καταρράχτες
σάν τουφεκιοῦ ἀστραπόβροντα καί σάν πολέμου κράχτες.
Πλατειά τοῦ ὀνείρου μας ἡ γῆ καί ἀπόμακρη. Καί γέρνεις
ἐκεῖ καί σβεῖς γοργά. Ἱερή στιγμή.
Σάν πιό πλατειά τή δείχνεις, καί τή φέρνεις σάν πιό κοντά!


Ας προσέξουμε αυτή την καταπληκτική ποιητική ρήση που λέει: «πλατειά τοῦ ὀνείρου μας ἡ γῆ». Αυτή η γη είναι η Μακεδονία για την οποία μάχονταν ο Μελάς. Πως την έβλεπαν οι ελεύθεροι Έλληνες της εποχής εκείνης; Όπως τόσο ενεργητικά και παραστατικά το λέει ο Παλαμάς: «μια γῆ πλατειά καί ἀπόμακρη». Μια γη, πλατειά όσο και το όνειρο. Απρόσιτη όσο και το ιδανικό. Ανέφικτη, σαν παράδεισος. Στα 1904 ήταν αδύνατο να φανταστεί κανείς πως σε οκτώ χρόνια η Θεσσαλονίκη θα γίνονταν ελληνική και η «πλατειά γῆ τῆς Μακεδονίας » θα πλάταινε απεριόριστα την Ελλάδα. Κι όμως ο Παλαμάς, ποιητής του έθνους, το διαισθάνεται.

Ο θάνατος του Παύλου Μελά τον κάνει προφήτη. Εκείνη τη στιγμή καταλαβαίνει προφητικά πώς ένας τέτοιος θάνατος δεν πάει χαμένος. Πώς είναι το προμήνυμα που θα συντομέψει τον χρόνο και το αδύνατο θα το κάνει εφικτό. Κι έτσι, εκείνη τη στιγμή την ιερή που ο ποιητής επικοινωνεί με τον σκοτωμένο ήρωα, βλέπει πως αυτός ο θάνατος τη Μακεδονία «σάν πιό πλατειά τή δείχνει, καί τή φέρνει σάν πιό σιμά». Κι ο Παλαμάς κατανυκτικά τονίζει μια δεητική προσευχή προς τον τροπαιοφόρο Άγιο Δημήτριο, τον προστάτη της μοναδικής πόλης:

Ἐσύ πού θρόνος σου ἡ Θεσσαλονίκη
Μακεδονίτη Ἀκρίτα καβαλλάρη,
φώτισέ μας τό δρόμο πρός τή νίκη,
τοῦ μήνα πού γιορτάζει Σε εἶναι ἡ χάρη.
Βάρβαρος τότε ὀχτρός Σου· Τοῦρκος τώρα.
Μά τό βαρβαροφάγο Σου κοντάρι
χίλιασέ το κι ἁρμάτωσε τή χώρα.
Ἄς ἀκουστεῖ ξανά τό πρόσταγμά Σου
στά καράβια μας τά θησαυροφόρα:
Ἁρμενῖστε καράβια! Μά ἡ χτυπιά Σου
ἄς χτυπήσει, ὄχι πιά μέ τή σφεντόνα,
μέ τό βόλι ἄς θερίσει. Δεόμεθά Σου.
Βάλε μας τοῦ θριάμβου τήν κορώνα.


Ό θρίαμβος επακολούθησε γοργός. Η Μακεδονία και η Θεσσαλονίκη ξαναδόθηκαν στην Ελλάδα, ξαναβρήκαν την τροχιά τους. Με το πέρασμα του καιρού και την γενική πρόοδο του ελληνισμού, γίναν «κορῶνες τῆς Ἑλλάδας». Η Θεσσαλονίκη, στα 1928, θέλοντας να τιμήσει τον μεγάλο ποιητή που τόσο την είχε υμνήσει, τον καλεί σε επίσημο γιορτασμό. Ο αταξίδευτος ποιητής αποφασίζει να κάνει το πιο μεγάλο ταξίδι της ζωής του. Επιχειρεί αυτό το ταξίδι με τρόπο αντίστροφο από τον τρόπο που το έκανε ο παλαιός του ήρωας, ο Βασίλειος Βουλγαροκτόνος. Εκείνος το έκαμε από τη Θεσσαλονίκη προς την Αθήνα. Ο ποιητής, το κάνει από την Αθήνα προς τη Θεσσαλονίκη.

Μέσα από τα παράθυρα του τραίνου, βλέπει για πρώτη φορά τα τοπία που οραματικά ύμνησε και ανάστησε στη «Φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ»: την Βοιωτία, τη Θήβα, τη Λιβαδιά, τη Θεσσαλία, τον αγαπημένο του Όλυμπο. Συγκινημένος βαθειά από την υποδοχή των Μακεδόνων, περνάει μέρες λατρείας στη Θεσσαλονίκη. Μα δεν έχει πάει έτσι προς αυτήν με γυμνά χέρια. Έχει ετοιμάσει μια εξαιρετική ομιλία για την ποίησή του, μέσα στην οποία προβάλλονται θέματα ιστορικά και θρησκευτικά της βασίλισσας του Θερμαϊκού. Κι έχει μαζί του κι ένα καινούργιο, συνοψιστικό ποίημα για την πρωτεύουσα της «πλατειᾶς καί ἀπόμακρης γῆς» του 1904. Είναι η τελευταία του λυρική προσφορά προς την πόλη του Αγίου Δημητρίου – μια προσφορά γιομάτη εθνική και ιστορική συγκίνηση, τεχνικώτατα συνθεμένη και τραγουδημένη:

Ἡ Θεσσαλή νεράϊδα πού σοῦ χάρισε
τ ‘ ὄνομά της
ποιός ξέρει! ἀπό τά μάγια θά μέ μοίρανε
τά δικά της.
Ἀνάβρα ἐσύ δοξοπηγῆς, ἀνάμεσα
στούς αἰῶνες!
Τή δόξα δέ μοιράζουν μόνο οἱ ἄφταστοι
Παρθενῶνες!
Θεριά, σαϊτιές, φωτιές, κουρσάροι, πόλεμοι
σέ ρημάζουν,
λαοί τήν ἄνομη λύσσα τους ἐπάνω σου
δοκιμάζουν.
Σέ τραντάζουν, δέ σέ βουλιάζουν οἱ ὄργητες
τῶν κλυδώνων,
σέ θεμελιώνουν τά ὅπλα τῶν Ἀλέξαντρων
Μακεδόνων.
Πάντα γιά σέ οὐρανός γαλάζιος ὁ Ὄλυμπος
λαμπροφόρος,
καί πάντα σ’ εὐλογεῖ ἀσκητής θεοφρούρητος
τ’ Ἁγιονόρος.
Ἐσένα, ἤ ρόδα σοῦ γελοῦν ἤ ἀγέλαστα
δέρνουν χιόνια,
ὁ ἥλιος σου βγαίνει ἤ γέρνει, θεός πεντάμορφος
παναιώνια.
Καί πάντα πρωτοστάτης παραστάτης σου
θεῖος ὁπλίτης,
γιά τό μάτωμα τρόμος, γιά τό θρίαμβο
Μυροβλήτης.
Ἤσουνα, σβεῖς, ξαναγεννιέσαι, απάτητη
τώρ’ ἀκόμα
μιά χλόη φυτρώνει ἀπό το πατημένο σου,
νά! τό χῶμα.
Ὁ ποιητής πού ξαγνάντεψε καλότυχος
τή θωριά σου
καί γεύτηκε σέ λίγα σου δαφνόφυλλα
τά φιλιά σου,
γονατιστός, γιά σένα ἀνάφτει τοῦ ὕμνου του
τη λαμπάδα,
καί λαχταρᾶ σ’ ἐσένα ξεσκεπάζοντας
τήν Ἑλλάδα!

 

 
(ΕΚΜ)

Εικόνες από το χωριό