Κλέφτες

 

Από το βιβλίο του Νίκου Ζαφειρόπουλου
Ψάρι Ηραίας, Γορτυνίας
Ιστορία-Λαογραφία-Τραγούδια-Παράδοση, Ψάρι 1998»


Δεν θέλω κλέφτες για άλογα, κλέφτες να κλέβουν κριάρια, έλεγε ένα δημοτικό τραγούδι. Το χωριό μας είχε αντίθετο, κλέφτες να κλέβουν κριάρια και κότες, όχι όμως και κοκόρια γιατί αυτά λαλούσαν και πρόδιναν τη θέση τους. Στο πρώτο στάδιο άρχιζαν να κλέβουν από τα συγγενικά τους πρόσωπα και όταν βαπτίζοντο άρχιζαν να κλέβουν σε ευρεία κλίμακα.
Την εποχή των σταφυλιών έκλεβαν σταφύλια από τα Σερβαίικα αμπέλια.

Τους είχαν μουρλάνει τους Σερβαίους, πράγμα που τους ανάγκαζαν να κοιμούνται στα αμπέλια με το δίκανο δίπλα στο μαξιλάρι γεμάτο όχι με σκάγια αλλά με αλάτι. Τους τολμηρούς δεν τους τρόμαζαν, δίπλα από τους ιδιοκτήτες που εκοιμούντο στο λινό τούς έκλεβαν. Το ελάττωμα να ροχαλίζουν ενθάρρυνε τον Νιόνιο, πλησίασε το λινό με τα σταφύλια και αντί να γεμίσει το σακούλι και να φύγει, άρπαξε την κοφίνα με διαλεχτά σταφύλια και τη μετέφερε στου Ντεμήρι. Πήγε και ο αδελφός να φάει καμιά ρόγα, δεν άφησε και του λέει:
-   Εγώ πέθανα να την κουβαλήσω και συ τα θέλεις έτοιμα.
-   Άσε ρε Βγενήσιε, ένα τσαμπί θα πάρω.
-   Είτε τσαμπί είτε ρόγα πρέπει να κλέβεις αν θες να ζήσεις.
Το πήρε απόφαση και ξεκίνησε το βράδυ για σταφύλια, από την ημέρα έκανε την αναγνώριση, κατέστρωσε το σχέδιο και το βράδυ κάνει την κλεφτο-επίθεση. Για κακή του όμως τύχη το ίδιο αμπέλι είχε επιλέξει και ο Νιόνιος. Ο θόρυβος από τον ένα έγινε αντιληπτός από τον άλλο και ο ένας νόμισε ότι είναι ο ιδιοκτήτης πήρε την κατηφόρα, το ίδιο και ο δεύτερος αλλά φοβούμενος ο Γιάννος το θηριό και τον θηριό τον Γιάννο, έφτασαν καταϊδρωμένοι και οι δυο στου λιμάδε τη ράχη.
-   Τι έγινε Βγενήσιε;
-   Άστα, με κυνήγησαν οι Σερβαίοι και από λίγο να με πιάσουν.
-   Το ίδιο έπαθα και εγώ.
-   Εσύ πού ήσουν;
-   Για σταφύλια στου Λιά Θυμιάκου.
-   Και εγώ εκεί πήγα και με κυνήγησαν.
Τότε κατάλαβαν ότι έπεσαν σε γκάφα, ο ένας τρόμαξε από τον άλλο.

Μετά τα σταφύλια σειρά είχαν τα κοτερικά, μια πρόχειρη σούβλα, αλάτι και το ξεκοκάλιασμα, το ίδιο συνέβαινε και με τα αιγοπροβατοειδή. Ένα λάκο βαθύ κάτω από την καλύβα, τοποθετούσαν το κρέας μια πλάκα επάνω και επάνω από την πλάκα άναβαν τη φωτιά και έτσι το κρέας ψηνόταν και έτσι επισκέπτης έλθει ουδεμία υποψία. Βλέπει κανείς μάντρες πλατειές και έχει την εντύπωση ότι έγινε γιατί δεν είχε τι να κάνει τα λιθάρια, αυτό είναι λάθος, μέσα της η μάντρα ήταν κρυσφήγετο για τα κλεμένα.
Με μεγάλους κλέφτες όπως τον Αναγνωστόπουλο και τον Ματζετάκη:

“το μάθατε τι έγινε στις βλάχικες καλύβες που πιάσαν δυο φευγόδικους... ο ένας είν’ Αναγνωστόπουλος, άλλος ο Μετζετάκης" είχε ο Σταύρος Κουλός, που στο χωριό έρχονταν με την ιδιότητα σαν μαραγκοί. Με τον Χαράλαμπο Κουλό (πατέρα του Λάμπρου) είχε ο Μπουζιώτης και Κατσιαβός: "Θανάση πού ’ναι ο Κατσιαβός και ο Γιάννης ο Μπουζιώτης";
-  Στο Χρυσοβίτσι μείνανε μες στο έρημο-κκλησάκι για να μοιράσουν τα λεφτά που πήραν στο Βαλτέτσι, μένα με στείλαν για ψωμί να πάρω και μπαρούτι".
Πρότεινε στον Χαράλαμπο να τον κρύψει και είχαν χρήματα να ζήσουν αυτοί και τα παιδιά τους.
Δεν εδέχθη ο Χαράλαμπος φοβούμενος τις βαρειές ποινές του νόμου.

Στου Μπούζα το ρέμα που ήταν κρυμένα και για να γνωρίζει τη θέση, πάνω σε πέτρα είχαν σκαλισμένο ένα ακοβήτικο τσαρούχι που η φούντα έδειχνε το μέρος που ήταν τα χρήματα. Διερχόμενος μικροπωλητής τα βρήκε, ενώ τα άλλα στο Χρυσοβίτσι που κατά την ομολογία τους ήταν σε μια πέτρα που ομοίαζε σαν πλαστήρι και η ουρά της πέτρας προσδιόριζε το μέρος που ήταν τα λεφτά, δεν βρέθηκαν ακόμη.



(ΧΔ)


 


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Η διάνοιξη του δρόμου από τον Αγιώργη το Σαρά μέχρι το χωριό, μήκους 12 χιλιομέτρων έγινε το 1950. Οι Σερβαίοι διέθεσαν τις μερίδες τους από τη βοήθεια της UNRA που πουλήθηκαν για να συγκεντρωθούν χρήματα για την μπολντόζα. Επίσης δούλεψαν προσωπική εργασία όλοι οι ενήλικες του χωριού. Οι Αραπαίοι, επειδή είχαν να περπατήσουν μια ώρα παραπάνω από τους Σερβαίους, για να φθάσουν από το σπίτι τους στο έργο και μία να γυρίσουν, κοιμόσαντε το βράδυ εκεί που δούλευαν.