Τα δικά μου παιδικά Χριστούγεννα.

                                           Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Ο Αρτοζήνος"

Τα Χριστούγεννα πλησιάζουν έτσι η πόλη ξεκίνησε να φοράει τα γιορτινά της. Μέσα σε όλο αυτό το γιορτινό πνεύμα ο καθένας μας βιώνει τα Χριστούγεννα με διαφορετικό τρόπο και αυτή η χαρμόσυνη γιορτή έχει άλλη σημασία για τον καθένα από εμάς. Για εμένα Χριστούγεννα σημαίνει αναμνήσεις…. αναμνήσεις που στο μυαλό μου είναι φρέσκες, γλυκές, χαρούμενες και με κάνει να σκέφτομαι: «Πως πέρασαν τα χρόνια; Πως άλλαξαν τα πράγματα, με την τεχνολογία, να έχουμε σχεδόν αλλοτριωθεί.

Έτσι αποφάσισα να θυμηθώ όλα αυτά που μου έχουν μείνει από τα Χριστούγεννα των παιδικών μου χρόνων.

Παραμονή Χριστουγέννων του 1953 στο χωριό. Διακοπές από το σχολείο, αλλά τα σχολιαρόπαιδα δεν είχαν την ευκαιρία για παιχνίδια μόνο.  Βοηθούσαν και την οικογένεια σε διάφορες δουλειές, με την κυριότερη του τσοπάνη. Εκείνη την βροχερή ημέρα το βοσκοτόπι ήταν στην Ρέμπιζα που είχε μικρότερο υψόμετρο από το χωριό και λιγότερο κρύο. Υπήρχε και πιστεύω να υπάρχει και σήμερα μια σπηλιά, χώρος που πηγαίναμε να προφυλαχτούμε από τη βροχή. Μετά τα κάλαντα μαζί με την αδελφή μου, πήραμε τις γίδες μας, «τη Μούσκια και την Κόρμπα» το γαϊδουράκι μας τον «Κίτσο» και το πιστό σκυλάκι μας τον «Ντικ», και πήγαμε στο βοσκοτόπι μας στη Ρέμπιζα. Δεν είμαστε μόνοι, και άλλα παιδιά της ηλικίας μας με τα ζωντανά τους στα διπλανά δικά τους χωράφια. Θυμάμαι τον ξάδερφό μου το Χρήστο, το Λυκούργο το Δημόπουλο, το Μαρίνη το Δημόπουλο (του Κουτσονικόλη) και αμυδρά, ίσως κάνω λάθος, και τον αδερφό του το Γιώργο. Το θρησκευτικό συναίσθημα ήταν έντονο, τόσο από το οικογενειακό περιβάλλον με τις σαράντα ημέρες νηστεία περιμένοντας τα Χριστούγεννα, όσο και από το σχολείο. Έτσι συνεπαρμένοι όλοι μας από τη Γέννηση του Χριστού, συγκεντρωθήκαμε στη σπηλιά, την καθαρίσαμε και φτιάξαμε μία φάτνη από «αγριάδα» που συλλέξαμε μέσα από το λόγγο.
Ανάψαμε και φωτιά. Άρχισε να βρέχει, και εκτός από εμάς τα παιδιά, στη σπηλιά βρήκαν απάνγκιο και οι γιδούλες μας.
Όλοι μαζί λέγαμε τα κάλαντα, και ψάλλαμε το τροπάριο «Η Γέννησή σου Χριστέ..» και «Η Παρθένος σήμερα» που οι δασκάλοι, μας μάθαιναν να ψάλλουμε τις παραμονές των γιορτών.
Από έθιμο συνηθίζαμε το βράδυ της Γέννησης στο τζάκι του σπιτιού μας να καίμε ένα ξύλο που καιόμενο έδινε μια χαρακτηριστική μυρωδιά – ευωδία το «Χριστόξυλο».  Τέτοιο ξύλο καίγαμε και στη φωτιά της Σπηλιάς.
Είχαμε και επισκέπτες, τα μικρά πουλάκια «τους κοκκινολαίμηδες», που λόγω του κρύου μας πλησίαζαν άφοβα  και έτρωγαν τα ψίχουλα που είχαν μείνει στα σακκούλια μας με το ψωμί, που τους τα ρίχναμε σε κοντινή απόσταση.
Η ώρα πέρασε και έπρεπε να γυρίσουμε στο χωριό. Η παρέα διαλύθηκε και ο καθένας πήρε το δρόμο του. Σταμάτησε να βρέχει και ο To gaidurakiκαιρός ξαστέρωσε.  Με την αδερφή μου φορτώσαμε στο γαϊδουράκι μας δύο σιρίνες  που κόψαμε από το «Χριστόξυλο» να το πάμε για το τζάκι του σπιτιού μας. Την αγαλλίαση της εορταστικής ατμόσφαιρας της σπηλιάς, την διαδέχτηκε μια ανείπωτη θλίψη. Στο δρόμο για το χωριό πριν από τους Κουτσογιωργαίικους κήπους, ο Κίτσος γονάτισε, εξαντλημένος από τα γηρατειά και δεν σηκωνόταν με τίποτε. Του αφαιρέσαμε το φορτίο, του βγάλαμε το σαμάρι, τον παρακαλούσαμε: "Έλα Κίτσο μου, έλα γαϊδουράκι μας", εις μάτην. Την επομένη το πρωϊ είχε πάρει τον δρόμο του για τον άλλο κόσμο. Η ώρα πέρασε, νύχτωσε, και όταν φθάσαμε στη Γαϊδουροκυλίστρα  μια φανταστική αστροφεγγιά έκανε τη φαντασία μου να πλάθει εικόνες και βλέποντας τον «αποσπερίτη», είπα: «Νάτο» το αστέρι της Βιθλεέμ.
Η ρεματιά της Ρέμπιζας φωτιζόταν αχνά από το φεγγάρι, τα μάτια της ψυχής μου, στη σπηλιά που την ημέρα φτιάξαμε τη φάτνη, έβλεπαν να φτερουγίζουν άγγελοι, τους βοσκούς που δεν ήσαν άλλοι εκτός από εμάς, με τα ραβδιά μας και τα ζωντανά μας, να ζεσταίνουμε με τη φωτιά μας τη φάτνη.
Αυτή η φανταστική οπτασία εξελισσόταν, όλα  τ’ αστέρια τ’ ουρανού κατέβηκαν  και στόλισαν σαν φωτεινά λαμπιόνια  τα κλαδιά των δένδρων, στη μεγάλη βουνοπλαγιά  από του Ραχηπουρίνη μέχρι τη Γαϊδουροκυλίστρα. Βόρειος δυνατός αέρας λύκνιζε τα φύλλα των δένδρων και νόμιζες ότι τα αστεράκια παιχνιδιάρικα αναβόσβηναν. Στ’ αυτιά μου έφταναν χαρούμενοι ύμνοι των αγγέλων με αντίλαλο στο απέναντι Τριαναλώνι.

 «Χριστς γεννται· δοξάσατε, Χριστς ξ ορανν· παντήσατε, Χριστς π γς· ψώθητε. σατε τ Κυρί πσα γ, καὶ ν εφροσύν, νυμνήσατε λαοί, τι δεδόξασται».

 ΕΡΙΖΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Θοδωρής Γ.Τρουπής (Γκράβαρης)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Το 1952 εκδηλώθηκε επιδημία τύφου στο χωριό. Οι υγειονομικές αρχές τότε θεώρησαν σαν αιτία της μόλυνσης τις κορύτες στις βρύσες και στα πλαίσια των έργων εξυγίανσης αντικατέστησαν τις καλαίσθητες πέτρινες πελεκητές κορύτες με ακαλαίσθητους μεταλλικούς σωλήνες. Δεν τους πέρασε από το μυαλό ότι το νερό θα μπορούσε να είχε μολυνθεί από το πέρασμά του κάτω από αυλές και σπίτια, αφού οι βρύσες ήταν σε σημείο χαμηλότερο από τα σπίτια. Το υδραγωγείο που έφερε καθαρό νερό από την Κοκκινόβρυση έγινε αργότερα, το 1959.