Η τελευταία επιθυμία - Ποίημα

Ποίημα: Θανάση Σχίζα, (από Αυστραλία)
 
Σε τούτη εδώ τη μακρυνή τη χώρα
που ο ήλιος βγαίνει άλλη ώρα
νοσταλγικά τα μάτια κλείνω
και απεριόριστα τη φαντασία αφήνω,
να απλωθεί σε ωκεανούς και άγνωστα μέρη
και στην πατρίδα να με φέρει,
να δω τον Παρθενώνα που ’ναι καμάρι
και να μυρίσω βάγια και θυμάρι.
 
Μεγάλη χάρη τότε θα ζητήσω
χρόνια πολλά πίσω να αφήσω
στα παιδικά μου χρόνια να γυρίσω.
Στον τόπο που γεννήθηκα να τρέξω,
και στου σχολείου μου την αυλή να παίξω
να πάρω πλάκα και βιβλίο
πάλι να κάτσω στο θρανίο.
 
Να πάω στη βρύση την τρανή
που ’ναι σαν κεφαλάρι  
όπου οι γριούλες πάνε το πρωί
και οι νιές με το φεγγάρι,
να πιω νερό να δροσιστώ
στον πλάτανο ν’ αράξω. .
και στον κορμό του τον χοντρό
τ’ όνομα να χαράξω.
 
Να πάω στην πάνω εκκλησιά
με τη *βραχνή Καμπάνα
όπως την πρώτη τη φορά,
που πήγα με τη μάνα.
Με ευλάβεια θάμαι στο στασίδι
μα το μυαλό μου στο παιχνίδι.
Κι όταν τελειώσει η λειτουργία
κι ο ψάλτης σβήσει τα κεριά
πρώτος θα είμαι στην ουρά
για κόλλυβα και προσφορά.
 
Να πάω εδώ, να πάω εκεί,
λουλούδια να μαζέψω
Κι η ευκαιρία σαν δοθεί
σύκα να πάω να κλέψω.
Και όταν θα έρθει πια το βράδυ
και θα απλωθεί παντού σκοτάδι
έξω απ’ την πόρτα θα καθήσω
τα αστέρια θέλω να μετρήσω.
 
Και κεί ο ύπνος θα με πάρει
σαν θάχει βγεί πια το φεγγάρι.
Επιθυμία μου στερνή …..
προτού να έρθει πια η αυγή
κι ο ήλιος στην ώρα του θα βγει
και ο κόκορας λαλήσει
η κουρασμένη μου ψυχή
τούτη τη ζωή να αφήσει.
 
* ήταν ραγισμένη

 
Σημείωση: 
1. Το ανωτέρω ποίημα δημοσιεύτηκε και στην Εφημερίδα του Συνδέσμου «Αρτοζήνος» φύλλο 198
2. Στον αγαπητό Θανάση αφιερώνεται και η κατωτέρω σύνθεση κολάζ, που δείχνει μερικές από τις εικόνες που εκείνος περιγράφει με στίχους.


 
(ΧΔ)
 

 


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.