Η οργή της Νύχτας

 

Η νύχτα δεν με σκεπάζει πια με το δροσερό της πέπλο.

Και έχει μείνει μονάχα της μέρας το ατελείωτο καμίνι.

Και ένα άσπρο φτερό από του κύκνου τη μητέρα 

 που χάθηκε πριν η νέα Ελένη δει το φώς. 

Και στα πόδια μου ο κύκνος, βάρος νεκρό

σαν των ονείρων την άχραντη ελπίδα

σε ένα κόσμο που τα όνειρα φεύγουν σαν τον αφρό.

 

Δε πρόλαβε να τραγουδήσει αυτός ο κύκνος

δε πρόλαβα να πετάξω εγώ.

Τα φτερά μου λειώσαν από τον ήλιο

Και τον Δαίδαλο δε θα τον ξαναδώ.

Όλος ο κόσμος ένα πικρό λιοπύρι,

Όλη η γη χωρίς αθάνατο νερό.

Που θα κολυμπάνε τώρα οι γοργόνες,

τώρα που οι θάλασσες δε μένουν πια εδώ?

 

Δεν υπάρχει λήθη για αυτούς που απαρνήθηκε η νύχτα.

Δεν υπάρχει φως όπου το σκοτάδι αρνείται να σταθεί.

Ο Απόλλωνας με την Άρτεμη έχει θυμώσει

που τον Ωρίωνα στα αστέρια ακολουθεί.

Και εγώ στέκομαι μονάχη μες το κύμα

της Λητώς που κλαίει σαν παιδί.

Δ.Η.Χ

 


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.