Μια νύχτα στον Παράδεισο. Β. Γ. Μαραγκού

Όπως συμβαίνει με όλους τους ανεκδιήγητους θνητούς

Που τους βαραίνει η αρχαία αμαρτία

Μου ετάχθη να επιστρέψω για μια νύχτα στον Παράδεισο

Άνοιξε στον αιώνα μου μια απειροελάχιστη σχισμή

Πότε ήταν; Πριν; Μετά; Ή μήπως όχι ακόμα;

Ή μήπως είναι μια στιγμή που ανοίγει ακατάπαυστα

Σαν μένει ασάλευτος ο χρόνος σαν σε θαύμα

Αθόρυβη ανάληψη

Που μπαίνει ακροπατώντας στη ζωή σου χωρίς να την ποθήσεις;

.

Ήμουν απρόσμενα λοιπόν εκεί κάτω απ΄το δέντρο της Ζωής

Ή μήπως ήτανε της γνώσης;

Ζωντανά δώρα, άνθη τροπικά

Ήμερα ζώα, τίγρεις και λιοντάρια

Τριγύριζαν στα πόδια μου

Πάνω στη λεοπάρδαλη ο Ζαγρέας

Νύμφες και Σιληνοί

Πολύχρωμα πουλιά τιτίβιζαν στ΄αυτιά μου

Τα μάτια μου τ΄αγκάλιαζε μια θέρμη

Που γένναγε η παραδείσια νύχτα.

.

Αυτή ήταν η απίθανη στιγμή μου

Περίμενα την Εύα και τον Όφι

Ήρθε λοιπόν η ώρα να πληρώσω

Κι εγώ τον φόρο μου στη ζωή;

.

Άνοιξε μπρος μου ο ουρανός.

.

Για μια στιγμή μου φάνηκε πως ήταν

Το κελί της Κασσιανής, το καμαράκι

Γεμάτο επαναστατικά περιοδικά και τη μορφή του Τσε στον τοίχο.

Εκεί που φώλιαζε, όπως παντού ο έρωτας.

.

Σαν σε όνειρο μηχανικά γεύτηκα τον καρπό του και απελπίστηκα

Ιδού λοιπόν, και εγώ την άξιζα την πτώση.

.

Κι η γεύση του καρπού ήταν πικρή

Σαν καθεμιά απ΄τις στιγμές μου εδώ κάτω.


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.