Κολωνία

 

Όπου και να κοιτάξεις

Δεσπόζουνε οι πύργοι της Μητρόπολης

Μαύροι καψαλισμένοι από τον κεραυνό

Ή απ΄ τον καιρό που αυτός μας κυβερνά.

.

Μέσα, στο μισοσκόταδο της ψαλμωδίας, οι υαλογραφίες

Αλείφουν με παραμυθητική βαφή

Του αμαρτωλού τα κουρασμένα μάτια

Οι υαλογραφίες οδηγούν στη λύση

Μια λύση που δεν λύνει το σκοτάδι.

 

Ο ήλιος έξω σκοτεινός

Ρίχνει ένα δίχτυ γαλακτώδες πάνω από τα πράγματα

Πύρινες σφαίρες φωσφορίζουσες τα μάτια μας

Βουλιάζουν στο λουτρό της μέρας

Ολόγυρά μας πρίσμα του νερού

Σταγόνες της βροχής κάτοπτρα της αλήθειας

Διασπώνται όσα είχαν άδικα ενωθεί

Το σώμα του ημίθεου αναλήπτεται

Ένας βοσκός -τι άλλο;- στέκει έκθαμβος σε στάση ευλαβείας

Το ίδιο κι ο χαμάλης κι ο εργάτης όπως στον πίνακα

Του Σαλβαδόρ Νταλί «Ο σιδηροδρομικός Σταθμός του Περπινιάν»

Ο επιβλέπων άγγελος διπλώνει τα φτερά του

Το σχήμα παίρνοντας εμπορικού αντιπροσώπου.

 

Το μαύρο φως γλυκαίνει κάτω απ΄ το φεγγάρι

Οι πύργοι σκύβουν να χαϊδέψουμε τη γη

Κι ο ουρανός, όσο κι αν τον στοχεύουν, είναι άφαντος

Το μήνυμα του θεού είναι απλό

Τα πράγματα πορεύονται

Τη φυσική μυστήρια πορεία τους.

 

Οι άνθρωποι σαν δένδρα που βαδίζουνε

Φυτρώνουνε ο ένας ύστερα από τον άλλον

Μέσα από τις πλάκες της απέραντης πλατείας

Άδικα ψέγουμε την εποχή

Ο θεός είναι παντού

Κάποτε μάλιστα, μπορεί και πάντα, όχι ως θεός

Αλλά ως ενσάρκωσή του.

 

(ΧΙΜ)


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.