Νύχτες φεγγαροφώτιστες,

ονείρατα ιριδένια,

τώρα π' αργοδιαβαίνετε

μακριά ’π’ την κάθε μου έννοια

κι’ οι αναλαμπές σας πέφτουνε

τριγύρω μου κι’ εντός μου

σα σκιές άπιαστες — είδωλα

ενός αιθέριου κόσμου —

τώρα που στ’ άχροα μάγουλα

νιώθω γλυκά και πάλι

φιλήματα απ’ ολόδροσο

λικνιστικό μαϊστράλι,

νύχτες φεγγαροφώτιστες,

ώ, μην ξημερωθείτε

κι’ απ’ το' το θλιμμένο βλέμμα μου

ποτέ να μη σβηστείτε.

Μ’ αν είναι τούτο χίμαιρα,

μια κι’ οι στιγμές διαβαίνουν

κι’ αφού όλα δω τ’ ανθρώπινα

χάνονται, αργοπεθαίνουν,

όταν κι’ εσείς, ώ νύχτες μου,

σαν όραμα χαθείτε,

με τ’ άχραντο κρινόπεπλο

της θύμησης ντυθείτε.

Των αναμνήσεων η πομπή

συχνά θα ξεπροβάλει

κι’ έτσι μες στη χρυσόφτερη

του ονείρου δροσαγκάλη,

θα μένουν αλησμόνητες

η χάρη κι’ η ομορφιά σας,

απέθαντη θα υψώνεται

στη σκέψη μου η θωριά σας,

ώ, νύχτες φεγγαρόφωτες,

ονείρατα ιριδένια,

πρωτόγνωρα σκιρτήματα,

μέθη μενεξεδένια.<-->


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.