Τα φραγκόσυκα!...
Το καλοκαίρι, αντί να παίζω τσίκιλα, αμπάριζα, κρυφτό και αμάδες, με τα άλλα παιδιά, τους φίλους μου, βοηθούσα και έκανα πολλές αγροτικές δουλειές, έκανα και τον εμποράκο....
Τις πατάτες που βγάζαμε και είχαμε από τους κήπους μας περισσευόμενες, τις αντάλλασσα στα άλλα χωριά στα τριγύρω, που από πατάτες αυτά τότε δεν είχανε, με δημητριακά, σιτάρι, κριθάρι, βρώμη και αραποσίτι, που στο σπιτικό μας αυτά ήσαν λιγοστά, δεν έφταναν να θρέψουνε την φαμελιά όλο τον χρόνο....
Έφταναν, δεν έφταναν αυτά, τα δημητριακά, το σιτάρι, μέχρι τον Γενάρη μήνα.
Και μετά δούλευε βερεσέ η σάκινα το αλεύρι, από τα Λαγκάδια, τον μπάρμπα τον Κωστή τον Ανθούλη, έτσι τον λέγαμε τότε, και από τον Βασίλη Μπόρα "τον κουτσό", τον Μήτσο Βέργο, και ανάλογα από όποιον είχε την δυνατότητα να μας δώσει, να μας κρατήσει βερεσέ....
Σερβιώτισσες υφάντρες
Οι Σερβιώτισσες παλιές γυναίκες δεν είχαν «στασιό» ποτέ και πουθενά.
Δούλευαν ολοχρονίς, χωρίς σταματημό «ούτε για να πάρουν μια ανάσα!»
Όλες οι γυναίκες της Γορτυνίας μετά τις σκληρές δουλειές στα χωράφια και στο νοικοκυριό τού σπιτιού
έστηναν τους αργαλειούς και ύφαιναν όλα τα σκουτιά (ρούχα) της φαμελιάς τους!
Βασίλειος Κων/ντή Σχίζας.
Μέλος της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών.
Σε παλιότερα χρόνια, πριν τις 10ετίες του 1950 και -60, όταν τα κορίτσια στου Σέρβου και στα άλλα γύρω χωριά, έφθαναν πάνω – κάτω στην ηλικία των 12 χρονών, η πρώτη φροντίδα των μανάδων τους ήταν να μεριμνήσουν για την προίκα τους. Δουλειές λοιπόν ξανοίγονταν των ηρωίδων γυναικών της Γορτυνίας, οι οποίες δεν είχαν «στασιό» (σταματημό)... ποτέ. Το χειμώνα με τους αργαλειούς και τον άλλο καιρό με εξωτερικές δουλειές.
Αργαλειός σε έκθεση μουσείου λαϊκής τέχνης
Τα αρσενικά παιδιά στην ίδια ηλικία ταξίδευαν με τους μαστόρους πετράδες και έτσι βοηθούσαν κι αυτά την οικογένεια να «σπρώξει» (παντρέψει) το κορίτσι. Ήταν εκείνα τα χρόνια το χωριό Σέρβου όπως και τα γύρω χωριά με πρώτο τα Λαγκάδια, μαστοροχώρια με ξακουστούς μαστόρους πετράδες που άφησαν οικοδομήματα θαυμαστά και πλούτο λαϊκού πολιτισμού.
Αράπηδες. Συνοικισμός Σέρβου.
Συνοικισμός 12 σπιτιών, που διοικητικά ανήκει στο Δημοτικό Διαμέρισμα Σέρβου και μέσω αυτού στο Δήμο Ηραίας. Χτισμένος στη νότια πλαγιά του βουνού, βρίσκεται σε υψόμετρο 800 μέτρων, δυτικά του Σέρβου σε απόσταση (σε ευθεία γραμμή) 2,8 χιλιόμετρα.
Η εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου, χτισμένη με πελεκητές πέτρες, καλοσυντηρημένη από την ευλάβεια των λιγοστών κατοίκων, βρίσκεται στο επάνω μέρος του οικισμού. Στον περίβολο του, μια τεράστια δρυς (το δέντρο όπως το αποκαλούν οι Αραπαίοι) σηκώνει σε ένα από τα κλαριά του και την καμπάνα του χωριού.
Ναός και Πανηγύρι Αγίου Κωνσταντίνου, Αράπηδες
Η εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου στους Αράπηδες είναι χτισμένη στην επάνω μεριά του οικισμού, στο σημείο που παλαιότερα περνούσε το μονοπάτι που ερχόταν από το Σέρβου και πήγαινε προς Λυσσαρέα ή Κοκκινοράχη. Μετά τη διάνοιξη του αμαξιτού δρόμου το μονοπάτι αυτό αχρηστεύθηκε και πλέον η εκκλησία συνδέεται με το δρόμο με διακλάδωση από το ρέμα του Σκόζα.
Πρόκειται για ένα καλοσυντηρημένο γραφικό εκκλησάκι με ξύλινη επικλινή στέγη. Το σχήμα του είναι κατά βάση παραλληλόγραμμο, έχει όμως από μία κόγχη σε κάθε επιμήκη πλευρά, ώστε αποκτά σχήμα σταυροειδές. Η κόγχη της νότιας πλευράς φέρει την κυρία είσοδο, χτισμένη με ωραίες πελεκητές πέτρες.
Ρουσάλια: Ψυχοσάββατο Πεντηκοστής
Ρ ο υ σ ά λ ι α
(Κόλλυβα-Κολλυβάδες-Τρισάγια-Μνημόσυνα-Ψυχοσάββατα… ξηροφαγία).
Βασίλειος Κων/ντή Σχίζας.
Tο Μ. Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής το λένε του Ρουσαλιού ή Ρουσαλιών(ε),
επειδή οι ψυχές επιστρέφουν στον Άδη
και διακατέχονται από μεγάλη λύπη, όπως και οι εν ζωή οικείοι τους. 
Ο λαός μας ενέπλεξε με ποιητικό τρόπο
αυτή τη λύπη με λόγια ως εξής:
Όλα τα Σάββατα να παν,
να παν και να γυρίσουν.
Το Σάββατο τού Ρουσαλιού
να πάει να μη γυρίσει

![Spilia_asiki2[1]](/images/stories/El_xeimonas/Spilia_asiki2[1].jpg)
















